ΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΓΙΟ της Νίκης Ράπτη

Posted in Ανακοινώσεις on 23 Μαρτίου, 2021 by newriters

Ακούγεται παραμορφωμένος ήχος από χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

ΓΥΝΑΙΚΑ:

Κοίτα τι στόλισα στο δέντρο. Είναι το μαγιό από τη λίστα που σε έβαλα να διαλέξεις. Από εκείνη την ιστοσελίδα, θυμάσαι; Αυτό που λατρεύω σε αυτό το μαγιό δεν είναι το χρώμα ή το ύφασμα του. Είναι το σχέδιο. Πάντα μου άρεσαν αυτά τα μαγιό. Που δεν είναι ούτε ολόσωμα ούτε μπικίνι. Είναι λίγο και από τα δυο. Και νομίζω με κολακεύουν. Μυρίζεις βότκα και γκρέιπφρουτ. Η καλύτερη μυρωδιά. Ταιριάζει με το άρωμα μου. Ξόδεψα πολλά χρήματα για απόψε. Ήθελα να σου ετοιμάσω το καλύτερο φαγητό, να δεις το δέντρο μας στολισμένο. Να δεις τα φωτάκια μας να αναβοσβήνουν δίπλα στο τζάκι. Διάλεξα την αγαπημένη σου ταινία, που φυσικά εύχομαι ποτέ να μην δούμε. Ή τουλάχιστον να παίξουν μόνο τα πρώτα δέκα λεπτά. Τι λες για αυτό που φοράω; Ποιότητα, κατασκευή, ε; Θα ’θελα να ερωτευτείς το μαγιό μου. Και άλλωστε εσύ το διάλεξες. Θέλω αυτή τη στιγμή να με γδύσεις και να με βοηθήσεις να το φορέσω. Τι κρίμα που μόνη μου τα λέω και μόνη μου τα ακούω. Τώρα θα πρέπει να καλέσω την αστυνομία. Και τι να τους πω; Ήταν ένα σούπερ μαγιό. Όλα σούπερ τα έβρισκες. Αλλά τώρα… που θα πέσει το πρώτο χιόνι και θα αρχίσουν οι ευχές… εσύ θα κοιμάσαι. Όμορφος είσαι όταν κοιμάσαι. Θα κάνω κανονικά ό,τι υπολόγιζα. Χωρίς ενοχές. Μέχρι και στο κρεβάτι μας θα ξαπλώσω. Δεν θα ’θελα να ξυπνήσεις. Συνέχισε να κάνεις ότι δεν ακούς. Άνοιξε τα μάτια. Μ’ αρέσει να με κοιτάς. Θα διαλέξουμε τώρα κάτι για σένα. Μια γραβάτα ίσως και ας μην τις φοράς. Κάτσε να ανοίξω τον υπολογιστή για να ψάξω. Παραγγέλνω αυτό που φαντάζομαι πάνω σου. Το κρεμάω στο δέντρο, να, δες. Με τη φαντασία μου. Ανοίγω το παράθυρο και μαγικά ξημερώνει. Χτυπάει το κουδούνι στ’ αλήθεια. Είναι η γραβάτα σου. Ναι, κοίτα… εγώ στην πραγματικότητα δεν έκανα κάτι. Δεν ήθελα να σε σπρώξω, αλλά και εσύ δεν χτύπησες κάπου… θέλω να πω δεν είναι και πολύ λογικό έτσι ξαφνικά να πέφτεις κάτω και να μην μου μιλάς. Να σου πω κάτι; Πρέπει να πάρω κάποιο τηλέφωνο… κάποιον που εμπιστεύομαι…. Αυτό δεν κάνουν στις ταινίες; Ναι… Δεν θα μπω στον κόπο ούτε να δω αν αναπνέεις… Γιατί για μένα δεν αναπνέεις. Εγώ σου είπα πράγματα που δεν τα έχω πει σε κανέναν και εσύ… Τελειωμένος. Όλοι σας τελειωμένοι. Πολύ τελειωμένοι. Και εγώ θα μιλήσω τώρα σε κάποιον γιατί μιλάω μόνη μου τόση ώρα και μόνο οι τρελοί μιλάνε μόνοι τους. Πρέπει να φύγω από δω… Να βρω έναν τρόπο… πριν έρθει κάποιος. Έπρεπε να είχα φορέσει κάτι άλλο. Να μην είχα έρθει σε αυτή την ερημιά εδώ μαζί σου. Εύχομαι να ξυπνήσεις. Να, κλείνω τα μάτια, ξαπλώνω εδώ δίπλα σου με το σούπερ μαγιό που εσύ διάλεξες απόψε για να φορέσω… Σε εκείνη την ιστοσελίδα, θυμάσαι; Το σχέδιο πάντα να κοιτάς. Όχι το χρώμα, το σχέδιο. Να υπάρχει πάντα ένα σαφές, καθαρό σχέδιο. Αύριο το πρωί θα στολίσουμε δέντρο. Θα ανοίξεις τα δώρα σου, θα πιούμε καφέ. Να, ήδη το κάνουμε. Βλέπεις; Όλο το σπίτι είναι γεμάτο αίματα, αλλά εμείς είμαστε καθαροί, σαν το χιόνι… Έξω, ο κόσμος έχει μετατραπεί σε βυθό. Να, βλέπω κάποιους να έρχονται. Πλησιάζουν, κολυμπώντας, στο σπίτι. Μια νιφάδα αρχίζει να περικυκλώνει το σώμα μου. Μου ζητάει την άδεια για να με πάρει αγκαλιά. Επιτέλους. Έχω να πω τώρα κάπου την ιστορία μου.    

ΤΟ ΡΟΖ ΓΚΡΙΦΟΝ του Χρήστου Ασωνίτη

Posted in Ανακοινώσεις on 23 Μαρτίου, 2021 by newriters

ΑΝΤΡΑΣ:
Το ροζ γκριφόν παρακολουθεί τα πάντα.

Είναι το μάτι του Θεού.

Εκεί, από τη γνωστή θέση του, πάνω στην βιβλιοθήκη.

Ανάμεσα στον Παπαδιαμάντη και τον Ντίκενς.

Είσαι ένα σκύλος με υψηλό iq, του έλεγα. Που ξέρεις; μπορεί να γίνεις και συγγραφέας.

Αυτό έβαζε το κεφάλι του στα πόδια και σήκωνε τα αυτιά με υπεροψία.

Το ροζ γκριφόν ήθελε να είναι το κέντρο του κόσμου.

Δεν το ικανοποιούσαν τα χάδια και οι αγκαλιές. Αδιαφορούσε για τα πειράγματα. Ορμούσε όταν έβλεπε να έρχεται κάποιος με απειλητικό ύψος. Μία φορά δάγκωσε την αδελφή μου, παρόλο που ήξερε πως θα το τιμωρούσα. Έτρεχε στη θέση του, άνοιγε ένα βιβλίο και ξεκίναγε το διάβασμα. Κάπως έτσι γλίτωνε την τιμωρία.

Ήταν το δώρο του μπαμπά στα δέκατα γενέθλια μου. Εγώ είχα ζητήσει ένα ποδήλατο με πέντε ταχύτητες και κράνος, αλλά ήταν πολύ ακριβό.

Το ροζ γκριφόν ήταν τσάμπα και είχε μεγαλύτερη αξία από το ποδήλατο. Στην αρχή δεν του μιλούσα.

Είμαι άντρας, του έλεγα. Δεν θέλω σκυλάκια στο δωμάτιο. Εγώ θέλω να είμαι μόνος, με Μ κεφάλαιο. Να μη με ακούει κανείς όταν μιλάω στον εαυτό μου, να μη μαθαίνει κανείς τα μυστικά μου.

Έτσι, άρχισα να το παραμελώ. Έκανα πως δεν υπήρχε. Το τάιζα σοκολατάκια, αυτά με το ολόκληρο φουντούκι, μπας και πνιγεί. Του έδινα να πιει βερμούτ και παραπατούσε στο μωσαϊκό. Του φόραγα μαντήλια σαν φούστες και το κούρευα σαν την Annie Lenox.

Έβαζα το “This is not a love song” και το χόρευα μπροστά του. Μετά, το έπαιρνα στα χέρια και το πετούσα στο αέρα, ενώ αυτό έκλεγε.

Το ροζ γκριφόν γούσταρε τα μπισκότα με της επικάλυψη σοκολάτας, έβλεπε τον ιππότη της ασφάλτου και χόρευε σε ηλεκτροπόπ ρυθμούς.

Μύριζε το τασάκι με τα αποτσίγαρα του μπαμπά και εθίστηκε στο αλκοόλ.

Καθόταν στην θέση του με ένα βιβλίο ανοικτό μπροστά του και είχε μονίμως λόξιγκα. Είχε διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Ακόμα και την ερωτική αρμονία που είχα κρυμμένη πίσω από τον Σαίξπηρ.

Ερχόταν κουνιστό χωρίς να βγάλει άχνα και κούρνιαζε στα πόδια μου την ώρα που έγραφα.

Κάθε φορά που έκανα λάθος, μου δάγκωνε το πόδι. Εγώ καταλάβαινα πως κάτι δεν έκανα καλά και το ξανάγραφα. Και αυτό πάλι με δάγκωνε. Το πόδι μου γέμισε μελανιές, αλλά τα λάθη δεν τέλειωναν ποτέ.

Τότε ήταν που γίναμε αχώριστοι. Δούναι και λαβείν. Αυτό με διόρθωνε κάθε φορά που έκανα λάθος και εγώ του έδινα φαΐ, σοκολατάκια και αλκοόλ.

Και χάδια. Γιατί το ροζ γκριφόν αναγνώριζε μόνο τα δικά μου χέρια. Και εγώ τη δική του γλώσσα που αν δεν με έγλυφε στο λαιμό κάθε βράδυ, δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Με ακολουθούσε παντού. Δεν έκανα βήμα χωρίς αυτό. Όταν έδωσα πανελλήνιες ήταν εκεί. Καθόταν στο περβάζι του παραθύρου. Όταν δεν ήξερα τι να γράψω το κοίταζα και έβρισκα την λύση. Πέρασα πρώτος στο Πολυτεχνείο. Για χάρη του έζησα την πρώτη και ίσως μοναδική φορά ευτυχίας και όχι απλής χαράς. Και όταν ένιωσα κάτι διαφορετικό να γεννιέται μέσα μου, πως το σώμα μου ούρλιαζε σαν παγιδευμένη αλεπού και το ροζ έπνιγε τα όνειρα μου, σε εκείνο είπα το μυστικό μου.

Με τα χρόνια η ηλεκτροπόπ έγινε καμπαρέ, τα σοκολατάκια ηρεμιστικά και ο Παπαδιαμάντης ερωτεύτηκε την Σάρα Κέιν.

Το νέο μου διαμέρισμα λάμπει από τα στρας. Παντού χρυσά τούλια, πολύχρωμα ρούχα και ένας καθρέπτης.

Στέκομαι μπροστά του και ρωτάω τι είναι πιο όμορφο. Εγώ ή αυτό που βλέπω.

Την ημέρα αγοράζω ρούχα, κλείνω ραντεβού και γράφω ονόματα σε ατζέντες.

Το βράδυ τρέχω στο μαγαζί. Αλλάζω ρόλους. Φοράω στρας, χορεύω, γίνομαι ό,τι φοβάμαι.

Βλέπω τα πρόσωπα των αντρών να ιδρώνουν .

Ψάχνω για μία σταγόνα ευτυχίας, αλλά ακόμα και η χαρά δεν σηκώνει πια το τηλέφωνο.

Μόνο η βιβλιοθήκη μένει ίδια. Στο τοίχο, με το χρώμα να ξεθωριάζει και τα βιβλία να σχίζονται από την υγρασία.

Κάθε πρωί που γυρίζω από την δουλειά, κάθομαι και την κοιτάω. Το κενό δεν λέει να κλείσει. Μία κόκκινη πετσέτα γεμάτη ροζ τρίχες κουνιέται ελαφρά και ένα δάγκωμα στο πόδι επιμένει. Πάλι κάνω λάθος. Όπως και χτες και προχθές και πάντα.

Μα δεν θέλω να κάνω το σωστό. Πώς αλλιώς θα αισθάνομαι το ροζ δάγκωμα του.

Ξαπλώνω μόνος. Περιμένω. Ο ήλιος έχει βγει. Ένα ελαφρύ γλείψιμο γαργαλάει το λαιμό μου

Τα μάτια κλείνουν.

EURODRAM 2020/2021 – Αποτελέσματα

Posted in Ανακοινώσεις on 23 Μαρτίου, 2021 by newriters

Στην πρόσκληση για το διαγωνισμό ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ που προκήρυξε το Eurodram, η Επιτροπή Αξιολόγησης αφού μελέτησε τα κείμενα επέλεξε ως επικρατέστερα τα τρία ακόλουθα έργα (με αλφαβητική σειρά μεταφραστών):

  • Σκάβουν τούνελ της Μάργκαρετ Γουέσελινκ (αρχική γλώσσα γραφής αγγλική) σε μετάφραση της Βίκης Σονικιάν
  • Πλακάκια τουΝταβίντ Ντεσόλα (αρχική γλώσσα γραφής ισπανική) σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ
  • Πινγκ-Πονγκ της Angélica Liddell, (αρχική γλώσσα γραφής ισπανικά) σε μετάφραση της Κυριακής Χριστοφορίδη

Ευχαριστούμε όλες και όλους για τη συμμετοχή τους.

—————————————

Here is the selection of the Greek language committee.

SELECTION 2020-2021

Σκάβουν τούνελ (Creusent un tunnel /They’re Digging a Tunnel) by Margaret Wesseling, translated from the English to Greek by Vicki Sonikian

Πλακάκια (Carreaux / Tiles) by David Desola, translated from the Spanish to Greek by Maria Chatziemmanouil

ΠινγκΠονγκ (Ping Pong/Ping Pong) by Angélica Liddell, translated from the Spanish to Greek by Kiriaki Christoforidi

Η ΜΟΝΙΚΑ (από τις Πυραμίδες), του Ανδρέα Φλουράκη

Posted in Ανακοινώσεις on 8 Ιανουαρίου, 2021 by newriters

ΑΝΤΡΑΣ:

Εγώ, σε όλη μου τη ζωή φοβόμουν τον θάνατο.

Η αρρωστοφοβία μου μού έγινε μανία.

Καθημερινά πονούσα.

Κολίτιδες, ημικρανίες,

πόνοι στο στομάχι, στο στήθος μου, στα πλευρά,

στα γόνατα, στην πλάτη, στους αγκώνες μου, παντού.  

Είχαμε πει με τη γυναίκα μου να πάρουμε ένα ζωάκι,

γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε παιδί,

αλλά εγώ ήμουν αλλεργικός σε όλα.

Στα σκυλιά, στις γάτες, στα χάμστερ,

ακόμα και στα ερπετά.

Και στα χρυσόψαρα και στα πουλιά.

Κι ήμουν σίγουρος πως θα πεθάνω σύντομα

από καρδιά ή εγκεφαλικό

ή από όγκο στο κεφάλι, στο συκώτι,

στα οστά, στα νεφρά, στους πνεύμονες…

Τελικά, ούτε καρδιά, ούτε καρκίνος, ούτε ανεύρυσμα.

Όπως γίνεται τις περισσότερες φορές πέθανα κατά λάθος.

Ανέβηκα σε μια σκάλα να κρεμάσω κάτι, γλίστρησα,

χτύπησα το κεφάλι μου σε μια γωνία του τραπεζιού

και… αυτό ήταν.

Εγώ δεν πίστευα στη μετά θάνατον ζωή.

Ήμουν άθρησκος και άθεος.

Και μια φορά που βρήκαμε με τη γυναίκα μου

ένα σπίτι σε μια όμορφη πλατεία,

δεν το πήραμε, γιατί είχε θέα σε μια εκκλησία

και με τις καμπάνες να χτυπάνε πρωί-πρωί…

Εγώ δεν πήγαινα στην εκκλησία,

παρά μόνο όταν ήμουν παιδί, με τους γονείς μου.

Εγώ πίστευα πως όταν φεύγουμε απ’ τη ζωή,

τίποτα, δεν πάμε πουθενά,

όταν πεθαίνουμε γινόμαστε ένα τίποτα.

Αυτό.

Και τέλος.

Και όλα αυτά που λένε τώρα για τα είκοσι-ένα γραμμάρια,

εντάξει, δε σημαίνουν πια και τίποτα το συγκλονιστικό.

Έκανα λάθος όμως και σ’ αυτό.

Γιατί εγώ σ’ όλη μου τη ζωή σκεφτόμουν τον θάνατο.

Και τώρα εδώ στον θάνατο βρήκα ένα καινούριο χόμπι:

τη ζωή.

Δεν ήθελα να ησυχάσω και να γίνω ένα τίποτα,

όπως το υπολόγιζα.

Απ’ τη στιγμή που πέθανα,

το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να δω τι κάνει η γυναίκα μου.

Πώς ζει;

Όταν ήμασταν ζευγάρι δεν της έδινα και τόση σημασία.

Την είχα εντελώς γραμμένη,

για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους.

Αλλά εκείνη με φρόντιζε σαν να ήμουν παιδί,

άλλωστε παιδιά-σκυλιά δεν είχαμε.

Και δεν τη ζήλευα παρόλο που ήταν όμορφη.

Πολύ.

Δεν την είχα ικανή για απιστία.

Ε, κι αν ήταν ικανή, δεν το έμαθα ποτέ.

Αλλά τώρα, που πέθανα,

ήθελα να είμαι συνεχώς κοντά της.

Και την έψαχνα, στις πόλεις, να τη βρω,

στους δρόμους, στα μαγαζιά.

Και μια φορά την πετυχαίνω έξω από ένα ταχυδρομείο.

Κι από εκείνη τη στιγμή δεν την αφήνω από τα μάτια μου.

Την παρακολουθώ, αλλά εκείνη δεν με βλέπει, δεν μπορεί.

Καταλαβαίνει κάτι,

μάλλον,

ένα παραπάτημα,

μια ανατριχίλα,

ένας ήχος,

μια φαγούρα στον λαιμό,

ένα προαίσθημα,

μια σκιά που κάνουν τα μάτια σου.

Αλλά δεν πάει το μυαλό της πως αυτό το κάτι είμαι εγώ.

Κανονικά θα έπρεπε να είναι απαρηγόρητη,

αλλά δεν ήταν.

Εγώ την έβλεπα να ετοιμάζει ήρεμη το πρωινό της,

να διαλέγει απ’ τη ντουλάπα τα ρούχα που θα βάλει,

να πηγαίνει στη δουλειά,

να χαιρετά τους συναδέλφους της, να τους χαμογελά,

να αφοσιώνεται σ’ εκείνες τις αρχαιολογικές της χαζομάρες,

να κρατάει σημειώσεις, να μιλάει στο τηλέφωνο,

να τρώει κάτι λίγο έπειτα, να παίρνει τον καφέ στο χέρι

και να κάνει μία βόλτα το απόγευμα στο πάρκο.

Να χαμογελάει στις πάπιες,

να πηγαίνει μετά στα μαγαζιά,

ν’ αγοράζει κάνα ρούχο ή κάτι φαγώσιμο,

να επιστρέφει σπίτι, να κάνει μπάνιο,

να τσιμπάει κάτι λίγο βλέποντας καμιά ταινία, μόνη,

ώσπου να την πάρει ο ύπνος μέχρι το επόμενο πρωί. 

Δεν έδειχνε σημεία θλίψης.

Ναι, σημεία μοναξιάς μπορεί,

αλλά εγώ την έβλεπα συγκροτημένη.

Και τολμώ να πω, λίγο πιο όμορφη απ’ όταν ήμασταν μαζί.

Μπορεί να ήταν και ιδέα μου.

Αλλά εγώ περίμενα με αγωνία για να δω

πότε θα κάνει την επόμενή της σχέση.

Της την έπεφταν διάφοροι.

Ένας από το σουπερμάρκετ,

ένας φυσικός, ο υποδιευθυντής της,

μια παλιά της συμφοιτήτρια που τη γούσταρε από τη σχολή

και ένας ξένος που την είδε μια φορά στον δρόμο

και μετά την παρακολουθούσε διαρκώς

χωρίς ποτέ να μιλάει ή να την ενοχλεί.

Εκείνη δεν έδινε καμία σημασία σε κανέναν.

Ως εδώ όλα καλά.

Αλλά εγώ είχα ξεχάσει πώς τη λένε.

Το είχα ξεχάσει εντελώς.

Κι επειδή δεν μου ερχόταν με τίποτα το όνομά της,

αποφάσισα πως θα τη λέω Μόνικα.

Μου αρέσει το ιταλικό σινεμά,

μου αρέσει και η Μπελούτσι,

σε ποιον δεν αρέσει άλλωστε.

Δε μοιάζουν καθόλου, η γυναίκα μου με την Μπελούτσι,

αλλά τώρα πια τις λένε και τις δύο Μόνικα.

Εγώ ξενοκοιτάζω πού και πού

και τώρα ακόμα.

Πιο πολύ στον δρόμο, όταν είμαι με τη Μόνικα.

Κοιτάζω τις γυναίκες που περνούν δίπλα μας,

πιο νέες κάποιες, πιο ξανθές,

πιο όμορφες, πιο γυμνασμένες.

Θα μπορούσα να είχα παντρευτεί μια από αυτές,

σε άλλες συνθήκες.

Ποτέ δεν είναι αργά.

Γιατί παντρεμένος είσαι, λογικά,

μέχρι ο ένας από τους δύο να πεθάνει.

Δε λέει κάπου ότι πρέπει να είμαστε και μετά θάνατον μαζί.

Εντάξει όλα αυτά, αλλά εγώ, πώς να το πούμε τώρα,

ήμουν άνθρωπος της ρουτίνας, της συνήθειας.

Την είχα συνηθίσει τη γυναίκα μου,

με τον καιρό συνήθισα και τη ζωή της.

Πριν δεν ήξερα καλά-καλά τι έκανε ακριβώς,

ας πούμε, στη δουλειά της,

με ποιους μίλαγε, πριν πεθάνω,

τι μουσική της άρεσε ν’ ακούει απ’ το κινητό της,

πως κοκκίνιζαν τα χέρια της, είχε αλλεργία στην ντομάτα,

ή ποιον δρόμο περπατούσε για να φτάσει στον προορισμό της.

Τίποτα.

Τώρα την ήξερα απ’ έξω και ανακατωτά.

Η Μόνικα μια μέρα δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι της.

Δεν ήταν άρρωστη.

Απλώς δεν ήθελε να σηκωθεί.

Τηλεφώνησε από το κινητό της στη δουλειά τους

είπε μια δικαιολογία,

πήρε έπειτα τα άλμπουμ φωτογραφιών

που φύλαγε στο κομοδίνο της

κι άρχισε να κοιτάει τη ζωή μας.

Και να κλαίει.

Στην αρχή το χάρηκα πολύ,

αλλά μετά, ας πούμε έτσι κι έτσι,

γιατί η Μόνικα συνέχισε να κλαίει.

Και εγώ, πρώτη μου φόρα την έβλεπα σ’ αυτό το χάλι.

Κι όταν ζούσα πάλι σπάνια μου έδειχνε τα συναισθήματά της.

Εντάξει, την είχα πιάσει να δακρύζει δυο-τρεις φορές,

αλλά πού να θυμάμαι τώρα ακριβώς τον λόγο.

Θες γιατί δεν είχαμε κάποιο ζωάκι

επειδή εγώ ήμουν αλλεργικός,

θες επειδή δεν κάναμε παιδί,

παρόλο που εκείνη το ήθελε.

Θες γιατί είχε παντρευτεί εμένα, πού να ξέρω;

Αλλά εγώ ήμουν το γραφτό της.

Και στο κάτω-κάτω αν δεν ήταν ευχαριστημένη ας έφευγε.

Μπορούσε.

Είχε τη δική της τη δουλειά, δικά της χρήματα.

Και το διαμέρισμα ακόμα ήταν στο δικό της όνομα,

«προικώον» όπως μου το τόνιζαν και τα πεθερικά μου.

Η Μόνικα συνέχισε να κλαίει

και εμένα όλο αυτό μου φάνηκε αιώνας,

μέχρι που σταμάτησε.

Έβαλε το άλμπουμ φωτογραφιών πίσω στο κομοδίνο

και άνοιξε την τηλεόραση.

Ήταν αναμενόμενο όλο αυτό,

και πάλι πολύ άργησε,

πολύ το καθυστέρησε.

Αλλά κι εγώ δεν είχα φύγει εντελώς,

δεν είχα χαθεί, ας πούμε.

Ήμουν δίπλα της.

Εκείνη βέβαια δεν το ήξερε.

Και οπωσδήποτε δεν ήμουν κι ακριβώς αυτός που ήμουν κάποτε.

Ήμουν κάτι άλλο.

Όμως κι εκείνη δεν ήταν ακριβώς αυτή που ήταν κάποτε.

Θα ήθελα να τρύπωνα στον ύπνο της να δω τι βλέπει.

Αλλά τι τα θες;

Και μετά θάνατον ακόμα τα όνειρα είναι απαραβίαστα.

Τις μέρες που ακολούθησαν,

η Μόνικα συνέχισε κανονικά το πρόγραμμά της,

τη ρουτίνα της.

Για μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια.

Κι εγώ πάντα δίπλα της εκεί,

για μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια.

Πήρε σύνταξη μετά.

Κάτι προβλήματα υγείας την ανάγκασαν να βγαίνει

όλο και λιγότερο από το διαμέρισμα.

Είχε προσλάβει μια κοπέλα για να τη βοηθάει λίγο στις δουλειές.

Της άρεσε η καθαριότητα στο σπίτι,

αλλά και στο σώμα, στα ρούχα.

Η κοπέλα που είχε βρει δεν ήταν και καμιά ωραία,

μία φοιτητριούλα, εκεί γύρω στα είκοσι, με σημαδάκια ακμής,

όχι πολύ φανατική με τη σχολή της

και χωρίς καμία γοητεία, μάλλον αδιάφορη.

Αλλά όλο και κάτι ψιλοέκλεβε από το σπίτι μας όταν μπορούσε.

Αυτά παθαίνεις όταν δεν υπάρχουν παιδιά

και είσαι αναγκασμένος να βασίζεσαι σε ξένον άνθρωπο,

αυτά είναι στο πρόγραμμα.

Ένα μικρό εγκεφαλικό μάς υποχρέωσε να μπούμε σε ίδρυμα.

Είχαμε όμως το δικό μας το δωμάτιο, ευτυχώς,

με θέα προς το δρόμο.

Η ίδια ζήτησε να είναι το δωμάτιο όσο το δυνατόν πιο χαμηλά.

Και τελικά μας έβαλαν στον πρώτο όροφο.

Βγαίναμε κάθε μέρα στο μπαλκόνι

και κοιτάζαμε τα αυτοκίνητα

να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν.

Εγώ πάντα δίπλα της.

Όπου κοίταζε εκείνη, κοίταζα κι εγώ.

Κι όταν έπεφτε ο ήλιος πάνω μας, καμιά φορά,

κλείναμε και οι δυο τα μάτια μας,

ευτυχισμένοι.

Όταν πέθανε η Μόνικα,

σκέφτηκα πως θα συνεχίσουμε να είμαστε μαζί.

Και την περίμενα, αλλά δεν ήρθε.

Την έψαξα, δεν τη βρήκα, δεν μπορούσα να τη βρω.

Την έψαξα παντού, έβρισκα άλλους, αλλά τη Μόνικα πουθενά.

Ρωτούσα να μου πουν γι’ αυτήν, κανείς δεν ήξερε,

κανένας δεν την είχε δει, πουθενά, κανένας.

Πάει.

Αποφάσισα, μετά από καιρό,

να σταματήσω να την ψάχνω.

Είχαμε ζήσει μια ζωή μαζί.

Δεν χρειαζόταν να περάσουμε μαζί και την αιωνιότητα.

Κι έτσι σταμάτησα.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΑΙΝΙΑ (από τις Πυραμίδες), του Ανδρέα Φλουράκη

Posted in Ανακοινώσεις on 4 Ιανουαρίου, 2021 by newriters

ΓΥΝΑΙΚΑ:
Από τότε που με θυμάμαι

προσπαθώ να κάνω κάτι σημαντικό.

Το μόνο που κατάφερα

είναι να κάνω μια ταινία μεγάλου μήκους,

που δεν είχε καμία επιτυχία.

Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν από τότε.

Κι εγώ ακόμη προσπαθώ να κάνω τη δεύτερη ταινία μου.

Μέχρι που σταμάτησα.

Φτάνει, είπα.

Ήταν αδύνατον να τα καταφέρω.

Το ήξερα και τα παράτησα.

Το να κάνεις ταινία είναι κάτι περίπλοκο,

ειδικά αν δεν έχεις πολλά λεφτά

και δεν είσαι από τζάκι που λέμε.

Ειδικά αν ο άντρας σου δεν είναι παραγωγός ή χορηγός.

Εγώ δεν έχω καν άντρα.

Τα τελευταία χρόνια κάνω σχέσεις με κάτι ηθοποιούς

που θέλουν να παίξουν στην ταινία μου,

κάτι σινεφίλ που πέφτω πάνω τους στις πρεμιέρες,

ή με άσχετους που βρίσκω στα μπαρ.

Δεν τα πάω καλά και με τη ρουτίνα.

Mε φρικάρει το πρόγραμμα, η σταθερότητα…

Είμαι σαν μια βάρκα.

“Βγαίνει η βαρκούλα,

βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά,

από το περιγιάλι, βαρκούλα, βαρκούλα,

από το περιγιάλι, βαρκούλα του ψαρά.”

Όσο κι αν προσπαθώ να κάνω κάτι της προκοπής στη ζωή μου,

αυτό είναι αδύνατον.

Το ίδιο πρόβλημα έχει και η δεύτερη ταινία μου.

Σενάριο γραμμένο από μένα,

με πολλές ιστορίες, σπονδυλωτή, που λέμε, πλοκή,

χαρακτήρες που γυρνοβολάνε από δω κι από κει,

διαλόγους που δεν βγάζουν νόημα σε κανέναν,

εκτός από εμένα.

Έχω τραβήξει και μερικά πλάνα,

ασύνδετα για την ώρα,

αλλά κάτι μου λέει πως κι ο καλύτερος μοντέρ του κόσμου

δεν θα μπορούσε να τα ενώσει και να τα κάνει ταινία.

Αποφασίζω εδώ και τώρα να κάνω στροφή στη ζωή μου.

Κι αρχίζω να πηγαίνω στην εκκλησία,

να διαβάζω τις Γραφές και τους Βίους των Αγίων.

Υπάρχουν μέσα κομμάτια φοβερής ομορφιάς.

Το πιο αγαπημένο μου είναι ο «Νυμφώνας».

“Τον νυμφώνα σου βλέπω,

Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα

ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ·

λάμπρυνόν μου, την στολήν της ψυχής,

Φωτοδώτα και σώσον με.”

Βλέπω το κρεβάτι σου, Θεέ μου

κι εγώ δεν έχω ρούχο τόσο ωραίο για να ’ρθω,

να ομορφύνει η ψυχή μου και να σωθεί.

Βρίσκω και έναν πνευματικό

που λειτουργεί λίγο σαν ψυχολόγος,

λίγο σαν καθοδηγητής.

Λέω να πάω και στα Ιεροσόλυμα.

Να πατήσω στα μέρη που πάτησε ο Χριστός.

Δεν έχω να κάνω και τίποτα καλύτερο.

Δεν προλαβαίνω.

Ξεσπάει όλη αυτή η τρέλα και κολλάω σπίτι,

όπως όλοι μας.

Πηγαίνω μόνο σουπερμάρκετ.

Χαλιέμαι που δεν μπορώ να πάω ούτε στην εκκλησία.

Στεναχωριέμαι που μου τελειώνουν και τα λεφτά.

Που δεν έχω έναν δικό μου σκύλο.

Που δεν ζω στην εξοχή, δίπλα στη θάλασσα.

Που από το δυάρι μου η μόνη θέα είναι

τα μπαλκόνια της απέναντι πολυκατοικίας.

Για να μην τρελαθώ εντελώς,

αρχίζω να βλέπω ξανά τις αγαπημένες μου ταινίες.

Το Kes του Κεν Λόουτς.

Βλέπω τις περισσότερες ταινίες του Χίτσκοκ,

όλες μετά το Strangers On The Train.

Όλον τον Τζιμ Τζάρμους.

Βλέπω το Birdman και την Επιστροφή του Ιναρίτου.

Προσπαθώ να δω τις Άγριες Φράουλες του Μπέργκμαν,

αλλά βαριέμαι και το ρίχνω στον Φελίνι.

Βλέπω πολύ Γούντι Άλεν, αγαπημένος!

Και αδερφούς Κοέν φυσικά.

Βάζω τη Νοσταλγία σημειώνω στο ημερολόγιό μου

και μια ατάκα του Ταρκόφσκι, που μου αρέσει:

«Κάποιος πρέπει να φωνάξει

πως θα τις φτιάξουμε τις πυραμίδες.

Δεν έχει σημασία αν δεν το κάνουμε.»

Μετά με πιάνει η βλακεία και βλέπω τη Μαίρη Βιδάλη

στο Δεκαεφτά Σφαίρες Για Έναν Άγγελο,

το Top Gun, την Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά…

Στο καπάκι βλέπω και τις εφτά ταινίες της Σοφίας Κόπολα.

Και οι εφτά είναι υπέροχες.

Κάπως έτσι ονειρευόμουν την καριέρα μου, σαν τη δική της.

Βέβαια η Κόπολα έχει πατέρα τον Κόπολα,

σε αντίθεση με μένα που έχω τον Μίλτο

που ζει στην Τρίπολη με τη δεύτερη γυναίκα του

και τα δυο μπάσταρδα αδέρφια μου.

Μετά τις ταινίες, αρχίζω να μαγειρεύω συστηματικά.

Kαι να τρώω.

Κατεβάζω συνταγές από το ίντερνετ.

Παρακολουθώ σειρές μαγειρικής,

τηλεπαιχνίδια μαγειρικής,

τα πάντα όλα, ντόπια και ξένα.

Αρχίζω να παίρνω κιλά.

Δεν με πειράζει, έχω περιθώριο.

Τα γλυκά είναι τα αγαπημένα μου.

Ιδίως η σοκολάτα, ό,τι έχει σοκολάτα.

Κέικ σοκολάτα, μπισκότα σοκολάτας,

μους σοκολάτας, τούρτα σοκολάτας,

τάρτα σοκολάτας, σοκολατόπιτα, παγωτό σοκολάτα,

κρέπα σοκολάτας, ας μην έχω κρεπιέρα,

τη φτιάχνω κουτσά-στραβά στην τοστιέρα.

Σοκολάτες γάλακτος, λευκές, μαύρες, μπίτερ,

σοκολάτες με στέβια, με αμύγδαλα,

με φουντούκια, με μπέρις

έχουν γεμίσει το ψυγείο μου.

Στο τέλος ανοίγει ο καταπιόνας διάπλατα

και τα τρώω όλα μαζί.

Ό,τι συνδυασμό υπάρχει.

Κατεψυγμένα μπρόκολα με σοκολάτες,

με κρέατα, με κονσέρβες Σβαν, με ζυμαρικά.

Ό,τι έχω στοιβάξει στα ράφια της κουζίνας.

Κάποιες μέρες ξαναγυρίζω στη θρησκεία,

άλλες βλέπω ταινίες, μετά ξανά μαγειρική.

Υπάρχουν μέρες που κάνω και τα τρία μαζί.

«Βγαίνει η βαρκούλα…»

Κι αρχίζουν να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον.

Και διάσημοι.

Ο Κριστόφ, ο τραγουδιστής του Οh mon amour, 

o χιλιανός Σεπούλβεντα που έγραψε την ιστορία του γάτου

που έμαθε σ’ έναν γλάρο να πετάει,

ο Μανού Ντιμπάνκο που τραγούδησε με τη Νeneh Cherry το 7 seconds,

ο άλλος, ο ηθοποιός που έπαιξε στον Κροκοδειλάκια…

Ο ένας μετά τον άλλον.

Τουλάχιστον αυτοί κάτι κάναν με τη ζωή τους.

Ένα πρωί σηκώνομαι και πάω στα Επείγοντα.

Τους λέω στα ψέματα πως έχω όλες τις ενδείξεις της αρρώστιας.

Υπάρχουν κι άλλοι που περιμένουν εκεί.

Κάθομαι όσο πιο κοντά με αφήνουν.

Αναπνέω κρυφά χωρίς τη μάσκα μου,

όταν δεν με βλέπουν οι νοσοκόμες,

ακουμπώ τις μεταλλικές επιφάνειες

και, παρόλο που σιχαίνομαι, βάζω τα δάχτυλά μου στο στόμα.

Μετά από μια ώρα αναμονής στο νοσοκομείο, γυρίζω σπίτι.

Τώρα θα περιμένω

να δω αν έχω κολλήσει.

Οι μέρες περνούν και δεν έχω συμπτώματα.

Όταν ένα πρωί ανεβάζω πυρετό, πανικοβάλλομαι.

Στην αρχή.

Μετά ηρεμώ.

Από τη στιγμή που δεν μπορώ να κάνω κάτι,

από τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτα της προκοπής στη ζωή μου,

αποφασίζω να ζήσω το τέλος μου.

Ο πυρετός αγγίζει το τριάντα εννιά, το σαράντα…

Η αναπνοή γίνεται πιο δύσκολη,

δεν έχω πια κουράγιο να μαγειρέψω,

ούτε μυαλό για ταινίες

και η εικόνα του Χριστού αρχίζει να φαίνεται λίγο τρομακτική.

Η βάρκα μου είναι πια εντελώς ακυβέρνητη,

ευτυχώς στη θάλασσα έχει βγει το φεγγάρι.

“Το φεγγαράκι, το φεγγαράκι το γιαλό,

τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα, βαρκούλα,

τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα του ψαρά…”

Μέχρι που γίνομαι εγώ η ίδια η βάρκα.

Ύστερα ένας φάρος, που μου θυμίζει την τελευταία μου αγάπη.

Μετά την πρώτη.

Τον πρώτο μου εφηβικό έρωτα.

Το πρώτο μου φιλί.

Το αγόρι που ήθελα στην πρώτη δημοτικού, τον Άκη.

Του είχα χαρίσει κι ένα μικρό πράσινο πετραδάκι.

Μετά γίνομαι λάμπα που τσούζει τα μάτια μου,

που δεν είναι πια δικά μου, αλλά της μάνας μου,

με περιμένει σε μια αυλή

κρατώντας τούβλα στα χέρια της.

«Θα τις φτιάξουμε τις πυραμίδες.»

Και η μάνα μου γίνεται μια άγνωστη

που είμαι εγώ η ίδια, αλλά γριά,

όπως στο 2001, στην Οδύσσεια του Διαστήματος.

Μόνο που δεν φοράω στολή αστροναύτη,

μα κάτι σκουλαρίκια που έχουν σχήμα από καμπανάκια.

Ο ήχος τους με πάει στο Θιβέτ.

Εκεί συναντάω τον Βούδα

και του λέω πως τον προτιμώ από τον Χριστό.

Μου χαμογελάει και γίνεται ο Κιάνου Ριβς.

Μα τι συμπαθητικός ηθοποιός!

Του ζητάω να παίξει στη δεύτερη ταινία μου.

Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει.

Το νερό φτάνει στο Θιβέτ, στα πόδια μου,

στον λαιμό μου και με σκεπάζει.

Είναι οδυνηρές οι τελευταίες στιγμές,

αλλά από το χέρι με κρατάει σφιχτά ο Κιάνου.

ΕΥΤΥΧΙΑ (από τις Πυραμίδες), του Ανδρέα Φλουράκη

Posted in Ανακοινώσεις on 29 Δεκεμβρίου, 2020 by newriters


ΕΚΕΙΝΟΣ:

Το μόνο σίγουρο για μένα είναι πως είμαι δίδυμος με παρθένο.

Κακή συνταγή: ψυχρός και δειλός.

Γι’ αυτό και αποφεύγω τους τσακωμούς.

Τις διαφορές μου με τους άλλους συνήθως τις λύνω με μέιλ, με sms

ή στη χειρότερη περίπτωση με δικηγόρους.

Τώρα τελευταία, μάλιστα, αποφεύγω τους ανθρώπους γενικά.

Παντρεύτηκα μια φορά, έτσι για να ’χω να λέω.

Έχω ένα παιδί και ένα ωραιότατο διαζύγιο.

Η πρώην γυναίκα μου ξαναπαντρεύτηκε, έναν ξενέρωτο,

έχουμε τυπικές σχέσεις.

Ευτυχώς εκείνοι δεν έκαναν παιδί.

Έτσι έχουμε κι οι τρεις μαζί

τον γιο μου.

Τα τελευταία χρόνια τον βλέπω αραιά και πού.

Δεκαοχτώ χρονών πια, ολόκληρο γομάρι.

Τρεις φορές του έχω κάνει αίτημα στο φέισμπουκ

κι ο κοπρίτης δε με δέχεται.

Αλλά εγώ επιμένω, γιατί το φέισμπουκ είναι απρόσωπο.

Κι αυτό είναι καλό.

Μπορώ να βλέπω τις αλλαγές πάνω του,  

να βλέπω τις κινήσεις του, τις σχέσεις, τους φίλους του…

Χωρίς να χρειάζεται να έρθω σε επαφή μαζί του.

Το επάγγελμά μου είναι στιχουργός.

Ήμουν σχετικά πετυχημένος,

κι όταν βούλιαξε η δισκογραφία,

άρχισα να ζω απ’ τα δικαιώματα των παλιών μου τραγουδιών.

Κάθε χρόνο και λιγότερα λεφτά.

Το καλό μ’ αυτή τη δουλειά βέβαια,

είναι πως δεν έχεις πάρε-δώσε με πολλούς.

Έχω έναν δικηγόρο,

που έναντι ενός ποσοστού διαχειρίζεται τα δικαιώματά μου.

Αλλά εδώ κι έναν χρόνο κανείς δεν ζήτησε στίχους μου.

Όταν ήμουν μικρός, είχα βγάλει κι ένα βιβλίο με ποιήματα

με τίτλο «Ευτυχία».

Το έγραψα με κέφι.

Εκείνη την εποχή έβλεπα τη ζωή με κάποια σχετική χαρά,

πίστευα πως θα κάνω πράγματα σημαντικά.

Είχα πληρώσει για να βγει το βιβλίο,

δεν πήγε καν στα βιβλιοπωλεία.

Η πρώτη μου μεγάλη απογοήτευση.

Μού φόρτωσε ο εκδότης όλα τα αντίτυπα.

Ακόμα έχω σε κούτες καμιά εκατοσταριά κομμάτια.

Ευτυχώς, τα πήγαινα καλά με τις ομοιοκαταληξίες

και σύντομα βρήκα πως οι στίχοι

μπορούσαν να μου φέρουν ψωμί.

Έχω τα θεματάκια μου και το ξέρω.

Και ποιος δεν τα ’χει;

Θα μπορούσα να το ψάξω λίγο,

να κάνω ψυχανάλυση, να πάρω φάρμακα,

να μπω σε κάνα τρελάδικο…

Το μόνο φάρμακο που παίρνω

είναι τρία-τέσσερα ουισκάκια κάθε βράδυ,

για να κοιμηθώ τρεις-τέσσερις ώρες το πολύ.

Ουίσκι και ώρα.

Όταν δούλευα, κάπως ξεχνιόμουν.

Από τότε που λιγόστεψε η δουλειά, δύσκολα τα πράγματα.

Τώρα πια όχι μόνο δύσκολα, γάμησέ τα κι άφησέ τα.

Έτσι το πήρα απόφαση.

Έπρεπε να βρω επειγόντως κάτι καινούριο να κάνω.

Θα γράψω ένα καινούριο βιβλίο με ποιήματα.

Θα το ονομάσω «Ποια ευτυχία;»

Έχουν περάσει ήδη είκοσι-τόσα χρόνια από το πρώτο μου,

το προηγούμενο «μεγάλο σουξέ».

Πώς να ’ναι η ποίηση σήμερα;

Για ποια πράγματα γράφουν;

Ποιους ποιητές βραβεύουν;

Βγάζουν κάνα χαρτζιλίκι;

Υπάρχουν ακόμα στα βιβλιοπωλεία ποιήματα;

Στο χαρτοπωλείο της γειτονιάς βρήκα καμιά δεκαριά συλλογές,

αλλά ούτε από καινούριο ποιητή.

Κάτι Σεφέρηδες, κάτι Ελύτηδες, κάτι Έλιοτ, μέχρι εκεί.

Περσινά ξινά σταφύλια.

Παίρνω λοιπόν ένα ταξί, κατεβαίνω στο κέντρο

και πάω στο βιβλιοπωλείο που σύχναζα νέος.

Ένα από τα λίγα που άντεξαν μέσα στα χρόνια.

Εκεί βρήκα ένα ολόκληρο ράφι με καινούριους ποιητές.

Υπήρχαν και δυο-τρία περιοδικά για ποίηση.

Τα πήρα, πήρα και είκοσι συλλογές και γύρισα σπίτι.

Μένω στον τελευταίο όροφο ευτυχώς

κι έχω γαμάτη βεράντα, με φυτά γύρω-γύρω.

Έβαλα ένα ουισκάκι.

Ο καιρός ήταν ακόμα γλυκός, παρόλο που φθινοπώριαζε

και κάθισα να χαζέψω τα βιβλία.

Διάβασα πέντε-έξι σελίδες απ’ τον έναν,

τρεις-τέσσερις από τον άλλο,

δυο-τρεις από τον τρίτο ποιητή,

από τον πέμπτο, από τον δέκατο, από τον δωδέκατο…

Χωρίς παρεξήγηση,

αλλά πρέπει να είσαι τελείως ηλίθιος

για να γράφεις ποιήματα στην εποχή μας.

Ποιος χέζει την ποίηση; Σε τι βοηθάει;

Η ιδέα τελικά να τη βγάλουν απ’ τα σχολεία,

δεν είναι και τόσο κακή.

Όχι, όχι!

Η ποίηση είναι για τους λούζερς.

Θα κάνω κάτι άλλο.

Θα γράψω ένα θεατρικό!

Την άλλη μέρα, κατεβαίνω ξανά στο βιβλιοπωλείο

και από τα ράφια του θεάτρου

παίρνω καμιά δεκαπενταριά θεατρικά.

Σύγχρονα.

Τα πιο πολλά ξένα.

Σε μετάφραση βέβαια, γιατί εγώ ένα Λόουερ έχω πάρει

κι αυτό με χίλια ζόρια.

Από τη βεράντα μου βλέπω μέχρι την Ακρόπολη.

Την ώρα που πέφτει ο ήλιος υπάρχουν στιγμές,

μικρές στιγμές,

που μπορώ να πω πως είμαι όχι ευτυχισμένος,

αλλά όχι και δυστυχισμένος.

Άνοιξα το φως να βλέπω καλύτερα

και άρχισα να διαβάζω το πρώτο βιβλίο.

Μέσα σε πέντε μέρες, μέσες-άκρες, τα διάβασα όλα.

Πρέπει να είναι κανείς όχι απλώς μαλάκας,

πρέπει να είναι μαλάκας με κεφαλαίο Μ

για να γράφει στις μέρες μας θέατρο.

Ό,τι ήταν να γραφτεί το έχουν γράψει.

Οι αρχαίοι, ο Σαίξπηρ, ο Τσέχωφ, ο Τενεσή…

Τα ’χουν πει όλα.

Και μάλιστα, πολύ καλύτερα, πολύ πιο σύγχρονα,

απ’ όλους αυτούς τους νέους παπάρες,

που οι περισσότεροι, δηλαδή,

άμα τους δεις στις φωτογραφίες των βιβλίων,

μόνο νέοι δεν είναι.

Δεν απορώ που το θέατρο πάει κατά διαόλου

κι οι σκηνοθέτες προτιμούν να κάνουν κλασσικά έργα

με καινούρια ανεβάσματα.

Το ίδιο θα έκανα κι εγώ, αν ήμουν σκηνοθέτης.

Σιγά μη γράψω θέατρο.

Αυτό κι αν είναι για καραμπινάτους λούζερς.

Ποιος χέστηκε ν’ ανεβάσει το θεατρικό ενός στιχουργού,

που στα πενήντα-πέντε του αποφάσισε ξαφνικά

να γράψει ένα έργο με τίτλο «Ποια Ευτυχία»;

Όχι, όχι.
Όχι θέατρο.

Κάτι άλλο.

Από το μυθιστόρημα, ίσως, θα μπορούσαν να βγουν χρήματα.

Ειδικά αν γράψω καμιά γκουμούτσα,

απ’ αυτά που παίρνουν οι κυρίες στην παραλία.

Θα μπορούσα να φτιάξω κάτι εμπορικό.

Ή ακόμα καλύτερα, να μιλήσω για το ένα και μοναδικό πράγμα

που ξέρω καλά:

τον εαυτό μου.

Θα χρησιμοποιήσω άλτερ έγκο.

Ο ήρωάς μου θα λεγεται Κώστας Πάρης.

Όχι, αυτό ακούγεται πολύ σέβεντις.

Θα τον πω Κώστα Μπάουμαν,

να πάρω μαζί μου και τους Εβραίους.

Ή μπορεί να είναι και γυναίκα. Η Πάρις Μπάουμαν.

Αν κι οι γυναίκες μού είναι λίγο-πολύ άγνωστο φρούτο.

Τέρα ινγκόγκνιτα, που λένε.

Την άλλη μέρα, κατέβηκα στο γνωστό βιβλιοπωλείο,

οι υπάλληλοι με χαιρέτησαν σαν να με γνώριζαν πια,

τους χαιρέτησα κι εγώ

και διάλεξα από τα ράφια των μυθιστορημάτων

πέντε ντόπια και πέντε ξένα, τροφαντά, μπεστ σέλερ.

Αποφεύγοντας τα οφθαλμοφανή σκουπίδια,

που ξεχωρίζουν από το εξώφυλλο.

Από τη βεράντα μου τώρα, όσο ωραίο είναι το σούρουπο,

άλλο τόσο ωραία είναι και η ανατολή.

Είχα κοιμηθεί λίγο και ξύπνησα ακριβώς την ώρα

που εμφανίζεται το πρώτο φως,

διαγράφοντας το σκάιλαιν της πόλης.

Πουθενά δεν έχει βέβαια ουρανοξύστες,

αλλά κι οι πολυκατοικίες με τις κεραίες

που κάπως θυμίζουν ξεραμένα δένδρα, καλές είναι.

Είχα ένα μικρό χανγκόβερ κι έφτιαξα ένα μεγάλο καφέ.

Ξεκίνησα το πρώτο μυθιστόρημα.

Σε ένα μήνα, τα είχα διαβάσει όλα.

Πλαγίως.

Από την αρχή μέχρι το τέλος.

Μα τι πίπες ήταν αυτές! Τι πίπες απίπωτες!

Τι ακατάσχετες φλυαρίες! Τι απομιμήσεις σεναρίων!

Τι μεγαλομανείς μαλακίες!…

Ήμουν σε αδιέξοδο.

Με σκέπασε ένα τσουνάμι εκνευρισμού.

Τα χέρια μου έτρεμαν.

Άρχισα να μιλάω μόνος μου, να φωνάζω, να βρίζω.

Τον εαυτό μου, τους άλλους,

τους μαλάκες τους συγγραφείς,

όλους τους ανθρώπους!

Τότε,

ένιωσα έναν δυνατό πόνο στο στήθος.

Κατάλαβα τι ήταν.

Θα μπορούσα να πάρω τηλέφωνο το Πρώτων Βοηθειών.

Αλλά δεν το έκανα.

Σε όλη μου τη ζωή δυσκολεύομαι να δεθώ με το οτιδήποτε.

Δεν είχα δεθεί με τη γυναίκα μου,

δεν είχα δεθεί με τον γιό μου,

δεν είχα δεθεί με τη δουλειά μου…

Πάντα ήθελα να ξεφεύγω.

Δεν είχα δεθεί ούτε καν με τον εαυτό μου.

Τώρα είχα την ευκαιρία να το σκάσω

μια και καλή και από αυτόν.

Κι άρχισα να σκέφτομαι όλα τα πράγματα που με θύμωναν.

Κι ο θυμός μου μεγάλωνε.

Δώστου και μεγάλωνε και ο πόνος στο στήθος.

Αυτή είναι η ευκαιρία μου.

Θα την αρπάξω στεγνά.

Την επόμενη μέρα στο φέισμπουκ

θα αναρτήσουν φωτογραφίες και στιχάκια μου.

Θα με μάθουν και οι νεότεροι.

Τι σκατά, δε θα κάνουν και δυο-τρια αφιερώματα στο ραδιόφωνο;

Στην κηδεία μου θα έρθουν και τραγουδιστές.

Μπορεί, όχι πρώτες φίρμες, αλλά πάντως γνωστοί.

Ο γιος μου θα είναι περήφανος,

που εντέλει ο πατέρας του ήταν κάποιος.

Προς Θεού, δεν θέλω θρησκευτική κηδεία.

Πολιτική προτιμώ.

Και η γυναίκα μου ας διαβάσει κάνα ποίημα

από τη μοναδική «Ευτυχία» μου, το πρώτο μου βιβλίο.

Όποιο θέλει.

Και μετά όλοι να ξεκουμπιστείτε, να φύγετε,

να πάτε να συνεχίσετε τη ζωή σας.

ΟΙ ΓΑΤΕΣ (από τις Πυραμίδες), του Ανδρέα Φλουράκη

Posted in Ανακοινώσεις on 27 Δεκεμβρίου, 2020 by newriters

ΑΥΤΟ:
Γεννήθηκα μια μέρα με βροχή.

Η μάνα μου φορούσε αδιάβροχο όταν με γέννησε,

γιατί ζούσε στον δρόμο.

Περνούσαν δίπλα της οι περαστικοί,

την έβλεπαν

και της έδιναν κράκερς και χαρτομάντιλα.

Όμως αυτά δεν είναι αρκετά,

σύντομα αρρωσταίνει και πεθαίνει απ’ το κρύο.

Ευτυχώς, με υιοθετούν δυο γάτες.

Και οι δυο θηλυκές.

Όπως καταλαβαίνετε μεγαλώνω χωρίς ανδρικό πρότυπο.

Με τις γάτες κάνουμε τα πάντα μαζί.

Τρώμε από τα σκουπίδια,

κρυβόμαστε στο πάρκο,

κοιμόμαστε κάτω από γέφυρες,

μαθαίνω να ακούω ως και τον ελάχιστο θόρυβο.

Μέχρι που με βρίσκει ο κύριος Γιώργος.

Αυτός μου μαθαίνει τη γλώσσα των ανθρώπων.       

Ο κύριος Γιώργος είναι κι αυτός άστεγος.

Κοντά στα πενήντα, αλλά δείχνει μεγαλύτερος.

Μισεί την υγρασία, αλλά λατρεύει το παγωτό.

Η μεγάλη του αδυναμία είναι το φυστίκι γιατί είναι πράσινο,

το αγαπημένο του χρώμα.

Όπως και τα μάτια μου.

Ίσως γι’ αυτό μ’ έβαλε στη ζωή του.

Πριν από μένα δεν ήθελε ούτε ζώο.

Αλλά μ’ ένα παιδί είναι αλλιώς.

Ο κύριος Γιώργος διώχνει τις γάτες μακριά.

Τις εξαφανίζει.

Εγώ κλαίω, γιατί θέλω να μείνουν.

Κι αυτές κλαίνε.

Τους πετάει πέτρες και μπουκάλια και φεύγουν.

Τελικά μένουμε οι δυο μας.

Δεν καθόμαστε ποτέ πολύ ώρα στο ίδιο σημείο.

Τα βράδια κοιμόμαστε σε καμιά είσοδο πολυκατοικίας.

Κρυβόμαστε από τους αστυνομικούς

και τρώμε φαστ-φουντ.

Ο κύριος Γιώργος έχει μαζί του ένα ματσάκι με λεφτά,

που σαν να μη μικραίνει ποτέ.

Αυτά είναι όλη του η περιουσία.

Παίρνει πάντα μπέργκερ με τηγανητές πατάτες

και πίνει αναψυκτικό.

Μεσημέρι-βράδυ το ίδιο.

Εγώ μέχρι τότε έτρωγα απ’ τα σκουπίδια.        

Τα μπέργκερ και οι πατάτες μού φαίνονται όνειρο.

Λες και είναι φτιαγμένα από Θεό μάγειρα.

Με τον κύριο Γιώργο ήμασταν δυο χρόνια μαζί,

μέχρι που μας έπιασαν οι αστυνομικοί.

Δε φταίγαμε.

Αλλά δεν χρειάζεται να φταις.

Εμένα με βάζουν σε ένα ορφανοτροφείο

και τον κύριο Γιώργο ποιος ξέρει πού.

Στο ορφανοτροφείο δεν είναι άσχημα.

Μαθαίνω να ζω με παιδιά της ηλικίας μου,

να παίζω, να μιλάω μαζί τους,

να γράφω και να διαβάζω.

Μαθαίνω να συμπεριφέρομαι.

Να δέχομαι τις τιμωρίες που μου αξίζουν,

αλλά και αυτές που δεν μου αξίζουν.

Όσο περνά ο καιρός τον Γιώργο τον θυμάμαι όλο και πιο αχνά,

μέχρι που τον ξεχνώ εντελώς.

Στα εννιά μου με υιοθετεί ένα ζευγάρι.

Με πολλά λεφτά και χωρίς παιδιά.

Από το ορφανοτροφείο, βρίσκομαι ξαφνικά σε δικό μου δωμάτιο

και σε ιδιωτικό σχολείο.

Είμαι καλός στην μπάλα και τα αγόρια με συμπαθούν,

δυο-τρία κορίτσια μάλιστα μ’ ερωτεύονται.

Οι δάσκαλοί λένε πως είμαι μοναχικός.

Αυτό βέβαια δεν είναι κακό.

Είναι ένα χαρακτηριστικό όπως όλα τα άλλα.

Οι γονείς μου αρχίζουν να κάνουν παρέα με άλλους γονείς

που έχουν παιδιά στην ηλικία μου,

όμως αυτό δεν βοηθάει,

ούτε και αλλάζει τη διάθεσή μου.

Εγώ θέλω να μένω στο δωμάτιο,

να παίζω βιντεο-γκέιμς,

να βλέπω σειρές,

να διαβάζω κόμικς.

Άντε να κάνω, με το ζόρι, και τα μαθήματα του σχολείου

που δεν μου αρέσουν,

αλλά και σε ποιον αρέσουν;

Κανείς δεν ξέρει πότε έχω γενέθλια.

Στο ορφανοτροφείο έβαλαν μια ημερομηνία στην τύχη.

Πρώτη Ιανουαρίου.

Από τότε η Πρωτοχρονιά έγινε η μέρα των γενεθλίων μου.

Στα δεκαπέντε μου, οι γονείς μού φέρνουν για παρέα

ένα μικρό γατί.

Το αφήνουν σε μια κούτα στο δωμάτιό μου.

Το βρίσκω το πρωί κι αρχίζω να του μιλάω.

Το γατί μου απαντάει.

Δεν ήξερα πως γνώριζα τη γατική.

Πού να το φανταστώ πως αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα.

Καταλαβαίνω γρήγορα πως το να μιλάω με τα γατιά,

θα ταράξει τους γονείς μου.

Γι’ αυτό δεν τους λέω τίποτα.

Ούτε και σε κανέναν άλλον.

Κρύβω καλά αυτό το ταλέντο μου.

Όταν τέλειωσα το σχολείο πήγα στη Δανία για σπουδές.

Η θετή μου μητέρα είναι μισή Δανή

κι έχουμε σπίτι στην Κοπεγχάγη.

Το σχέδιο ήταν να πάω σε Ακαδημία Ποδοσφαίρου,

αλλά τα παρατάω γρήγορα.

Αποφασίζω να ασχοληθώ με τις γάτες.

Βρίσκω έναν ψυχολόγο ζώων, τον Γιόχαν και γίνομαι βοηθός του.

Ο Γιόχαν εντυπωσιάζεται από τις δυνατότητές μου

και με ενθαρρύνει να σπουδάσω προς αυτήν την κατεύθυνση,

αλλά εμένα δε με νοιάζουν τα ακαδημαϊκά.

Ο Γιόχαν μου την πέφτει και λίγο,

αλλά εγώ δεν ενδιαφέρομαι

ούτε για τα αγόρια ούτε για τα κορίτσια.

Κάποιες κοπέλες με θέλουν, αλλά εγώ δεν θέλω καμία.

Μόνο τα ζώα με νοιάζουν.

Στο διαμέρισμά μου στην Κοπεγχάγη έχω δεκαεπτά γατιά.

Δεν έχω πατήσει τα τριάντα

κι έχω τις συνήθειες ενός ανύπαντρου εβδομηντάρη.

Έτσι με βλέπουν οι άλλοι.

Αλλά εγώ περνάω καλά, ζω με δεκαεφτά φίλους,

μιλάω συνέχεια μαζί τους.

Τι κι αν είναι γάτες;

Τι κι αν δεν κάνω σεξ;

Δεν με νοιάζει καθόλου.

Οι θετοί γονείς μου είναι πια μεγάλοι και μένουν μακριά.

Ξέρουν το κόλλημά μου,

γι’ αυτό μού αφήνουν ένα μηνιαίο εισόδημα εφ’ όρου ζωής.

Έτσι δεν χρειάζεται να δουλεύω άλλο με τον Γιόχαν.

Αφιερώνομαι αποκλειστικά στους φίλους μου

και σιγά-σιγά αλλάζω.

Αρχίζω κι ο ίδιος να συμπεριφέρομαι λίγο σαν γάτα.

Να περπατάω σαν γάτα,

να καθαρίζομαι σαν γάτα,

να κοιμάμαι σαν γάτα,

να ονειρεύομαι έτσι όπως ονειρεύονται οι γάτες.

Με τα χρόνια μοιάζω κι εγώ με γάτα.

Τι; Δεν μοιάζω;

Στα όνειρά μου έρχεται τελευταία ο ίδιος εφιάλτης,

ο άνθρωπος που θέλει να διώξει πάλι τις γάτες από κοντά μου,

ο κύριος Γιώργος.

Έρχεται στον ύπνο μου για να με κάνει να τον θυμηθώ.

Πού να τον θυμηθώ μετά από τόσα χρόνια;

Να θυμηθώ πως είμαι άνθρωπος και όχι γάτος.

Να θυμηθώ πως μετά τις γάτες και πριν τους θετούς γονείς μου,

υπήρξε ο κύριος Γιώργος στη ζωή μου;

Πετάγομαι από τους εφιάλτες με μια πικρή γεύση στο στόμα.

Αμέσως τρώω μια ψαροκροκέτα.

Εν τω μεταξύ οι δεκαεπτά γάτες, έχουν γίνει τριάντα επτά.

Ξέρω πως ο δρόμος που έχω πάρει δεν γίνεται ν’ αλλάξει.

Οι γείτονές μου θα με καταγγείλουν

και αργά ή γρήγορα θα καταλήξω σε ίδρυμα.

Το ξέρουν και οι γάτες μου αυτό.

Δεν τους το είπα εγώ,

το κατάλαβαν από ένστικτο.

Έτσι, μια μέρα αποφασίζουν να με εξαφανίσουν,

για να με βγάλουν από τη δυστυχία μου.

Όλες μαζί.

Έχω κάνει πολλά για αυτές, το ξέρουν. Μ’ αγαπούν.

Δεν με τρώνε γιατί πεινάνε,

αλλά για να πάρουν κάτι από μένα μαζί τους.

Αφήνουν πίσω μόνο τα κόκαλά μου.

Δεν λένε τίποτα

                           η μία

                                               στην άλλη

                δεν χαιρετιούνται

                                                     φεύγουν

                              προς

                                                                                       διαφορετικές

                                      κατευθύνσεις

          σίγουρες

                                                                      ξέρουν

      πως

                       ο

                                      θεός

           των

                                                        γατιών

                       με

                                                                                            έχει

                                                      πάρει

                    κοντά

                                                                                                 του

Τα Χριστούγεννα των χελιών, της Γεωργίας Αγγουριδάκη

Posted in Ανακοινώσεις on 21 Δεκεμβρίου, 2020 by newriters

Μιλάει Εκείνη, σε ακαθόριστη ηλικία

Εκείνη:

Θα είναι τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής μου. Έχουμε έρθει στη λίμνη, στο σπίτι της θείας μου και θα περάσουμε εδώ και την Πρωτοχρονιά. Σούπερ. Η μαμά κι εγώ ήρθαμε νωρίτερα. Ο μπαμπάς θα έρθει την παραμονή. Όσο η μαμά και η θεία φτειάχνουν κουραμπιέδες, εγώ με τα ξαδέρφια μου σχεδιάζουμε. Σήμερα η μέρα γράφει «περιπέτεια». «Άσ’ τις να ζυμώνουν ως το μεσημέρι» -ο Νίκος. «Έχω σχέδια». Η Μαργαρίτα κι εγώ τον κοιτάμε στα μάτια. Όταν ο Νίκος λέει «περιπέτεια», κανονικά φοβόμαστε λίγο. Το καλοκαίρι στο νησί μπήκαμε σε μια σπηλιά και μας βρήκαν μία μέρα μετά. Και φοβηθήκαμε και τιμωρία μας έβαλαν, εμένα και τη Μαργαρίτα. Ο Νίκος είναι μεγάλος και δεν τον μαλώνουν. Δε μας αρέσουν οι τιμωρίες αλλά μας αρέσει η περιπέτεια κι έτσι πάντα ακολουθούμε το Νίκο. Εξάλλου ο Νίκος σπουδάζει γιατρός, ξέρει. Και να πάθουμε κάτι, θα μας φροντίσει. Πέρυσι που πήγαμε στο βουνό και στραμπούληξα το πόδι μου, το έδεσε με το μαντήλι του και δεν πήρε είδηση κανείς, ούτε η μαμά, ούτε η θεία. (Μικρή παύση.) Αυτή η σημερινή περιπέτεια είναι αλλιώτικη. Δηλαδή δε θα πάμε σε βουνό, ούτε σε σπηλιά. Θα πάμε στη λίμνη. Η λίμνη έχει ένα νησάκι μ’ ένα εκκλησάκι επάνω και κανονικά πας με γέφυρα, αλλά η γέφυρα γκρεμίστηκε στην αρχή του χειμώνα και δεν πρόλαβαν να τη φτειάξουν. Και ο κόσμος πάει με βάρκα, δηλαδή πήγαινε μέχρι πριν δέκα μέρες που η λίμνη άρχισε να βγάζει αχνούς και ο δήμαρχος είπε «τέλος οι εκδρομές μέχρι να δούμε τι θα γίνει». Ο κόσμος εδώ στην πόλη έχει στενοχωρηθεί, γιατί το εκκλησάκι είναι της Παναγίας των χελιών που είναι θαυματουργά και κάθε Χριστούγεννα βγαίνουν από τη λίμνη και ανεβαίνουν στην εικόνα της και τη στολίζουν και ο κόσμος πάει και τα βλέπει. Αλλά φέτος θα βγούνε και δεν θα τα δει κανείς. «Θα τα δούμε εμείς» – ο Νίκος. Εγώ και η Μαργαρίτα φοβόμαστε, αλλά ο Νίκος γελάει. Βγαίνουμε βόλτα σα να μη συμβαίνει τίποτα, «να προσέχετε» – η μαμά μου. Η θεία δε λέει τίποτα, του έχει μεγάλη εμπιστοσύνη . (Μικρή παύση.) Κατεβαίνουμε στη λίμνη. Οι βαρκάρηδες δεν είναι εκεί, δεν έχουν πια δουλειά από τότε που βγήκαν οι αχνοί από τη λίμνη. «Στο εξωτερικό υπάρχουν τέτοιες λίμνες και ο κόσμος πάει και τις βλέπει για αξιοθέατο», λέει ο Νίκος με ύφος σοφού. Εγώ και η Μαργαρίτα τον πιστεύουμε, αλλά ο δήμαρχος; Αν μας δει ο δήμαρχος; Όμως ο δήμαρχος, μάλλον πίνει καφέ με τη γυναίκα του τέτοια ώρα. Και η λίμνη είναι έρημη, υπάρχουν δυο τρεις άνθρωποι που τη φωτογραφίζουν, αλλά εμείς πηγαίνουμε πίσω από το  λιμνόσπιτο του Παναγιώτη, εκεί που δένει τη βάρκα του. «Κι αν μας δει;» «Δε θα μιλήσει. Του έχω υποσχεθεί τσουρέκι και κουλουράκια για τα Χριστούγεννα. Απ’ τα καλά. Τα δικά μας». (Μικρή παύση.) Μπαίνω στη βάρκα παραπατώντας. Η Μαργαρίτα μ’ ακολουθεί. Ο Νίκος λύνει το σχοινί και… Φύγαμε! «Νίκο! Νίκο δεν θα’ ρθεις;» Οι αχνοί πυκνώνουν. Ακούω ένα πλατάγισμα του νερού, η βάρκα γέρνει λίγο, ένα χέρι αρπάζεται από πάνω… «Ήρθα! Τι φοβήθηκες βρε κουτό;» Μ’ αρπάζει στην αγκαλιά του κι εγώ τρέμω ολόκληρη. Δεν τον βλέπω, μόνο τον αισθάνομαι. (Μικρή παύση.)«Είστε εκεί;» Η Μαργαρίτα φωνάζει κι ο Νίκος γελάει. «Το φοβάστε βρε κουτά;» «Μην πνιγούμε». «Αφού πάμε για το θαύμα, δεν είπαμε; Θα πάμε στο εκκλησάκι και θα πάρουμε ένα χέλι να το πάμε στη μαμά και στη θεία να το βάλουν στο εικονοστάσι.» Η Μαργαρίτα μου σφίγγει το χέρι κι εγώ το δικό της. Ο Νίκος κάνει κουπί. Δεν βλέπω τίποτα. Η λίμνη μας παιδεύει, τα νερά λες και πάνε κόντρα. «Νίκο, γιατί δεν ανάψαμε το φανάρι της βάρκας;» «Για να μη μας δουν. Θες να μας δουν και να μην προλάβουμε να πάμε στην Παναγία;» (Μικρή παύση.) Η βάρκα σα να μην προχωράει. «Να πούμε ένα τραγούδι;» «Τι τραγούδι;» Ο Νίκος γελάει. «Κάτι για πνιγμό». Του αρέσει να μας φοβίζει. Αλλά μετά δεν τραγουδάει. Εμείς κοιτάμε. Το νερό πάλι μοιάζει κόντρα. Η βάρκα προχωράει. Το νησάκι όμως δε μπορούμε να το δούμε. (Μικρή παύση.) «Φτάνουμε;» «Φτάσαμε κιόλας. Ελάτε. Ελάτε να σας βγάλω έξω.» Του δίνω το χέρι πρώτη. «Έλα. Πάτα στην παλάμη μου. Ωωωπ!» (Μικρή παύση.) Το νερό είναι ζεστό απ’ τους αχνούς. Όπως το κεφάλι μου μπαινοβγαίνει, ακούω το Νίκο. «Έλα κι εσύ Μαργαρίτα». «Μη Μαργαρίτα, μη. Μην τον ακούς. Να μην τα δούμε φέτος τα χέλια της Παναγίας.» Η φωνή μου δε βγαίνει. Καταπίνω ζεστό νερό. Μετά ακούω τον Νίκο και τον Παναγιώτη και τους άλλους βαρκάρηδες και τους βλέπω πια, γιατί η λίμνη γεμίζει φανάρια από βάρκες. Με τραβούν απάνω. Βλέπω τη Μαργαρίτα, τρέμει και κλαίει. Ο Νίκος μ’ αγκαλιάζει. «Λύθηκε η βάρκα και δεν πρόλαβα. Σα να σας πήρε το κύμα και πάλι σα να μην ήταν κύμα. Και μετά δε σας έβλεπα.» Τραβιέμαι από πάνω του. «Δεν ήσουν μαζί μας;» Ο Νίκος μου γελάει με καθαρό βλέμμα. «Πού μαζί σας;» Οι αχνοί καθαρίζουν λίγο. Κοιτάζομαι με τη Μαργαρίτα. «Τίποτα λέω. Να πάμε να δούμε τα χέλια.» (Μικρή παύση.) Είμαι δέκα χρονών και πιστεύω στα θαύματα.

[Η φωτογραφία είναι του Χριστόφορου Κώνστα]

Η ροδόπιτα, της Θεώνης Δέδε

Posted in Ανακοινώσεις on 20 Δεκεμβρίου, 2020 by newriters

της Θεώνη Δέδε

ΓΥΝΑΙΚΑ:

Κάψτε το δέντρο.

Κάψτε το. Φωνάζω και τρέχω πέρα δώθε στο δωμάτιο. Με κοιτάζουν απορημένοι. Σίγουρα σκέφτονται ότι είμαι μεθυσμένη.

Αλλά δεν έχω πιει τίποτα εδώ και μέρες και τώρα που το σκέφτομαι ούτε έχω φάει.

Φταίνε όμως αυτά τα Χριστούγεννα.

Όχι μόνο αυτά.

Όλα τα Χριστούγεννα.

Όλα τα Χριστούγεννα του κόσμου.

Απορώ πως δεν το βλέπουν.

Είναι το δέντρο.

Που πάτε; Μην φεύγετε!

Μην με αφήνετε πάλι μόνη μου.

Πισωπατώ, μπερδεύομαι στο μωβ φουρό μου και βρίσκομαι πεσμένη ανάμεσα στα στολίδια. Πιάνω έναν ξύλινο καρυοθραύστη. Το πρώτο στολίδι που μου χάρισε η μαμά. Της άρεσαν τα καπέλα. Τα πολύχρωμα μεγάλα καπέλα. Εκεί κρύβαμε τα ρόδια που κλέβαμε από την ροδιά του γείτονα. Μετά φτιάχναμε ροδόπιτα και μοσχομύριζε ο τόπος. Μαζευόταν κόσμος πολύς, από τις διπλανές πολιτείες. Καράβια αγκυροβολούσαν στο λιμάνι.  Οι ξενιτεμένοι επέστρεφαν. Και τότε η μαμά έβγαζε το ημίψηλο καπέλο της και το έστρωνε στην πίσω αυλή. Καθόμασταν οκλαδόν, πίναμε τσάι και ψάχναμε τους σπόρους μέσα στην πίτα. Μετά άλλαζε ο χρόνος και κλαίγαμε γοερά.

Συλλογιέμαι αν αξίζω τη χαρά της ανάμνησης.

Το δέντρο με πλησιάζει.

Είναι ζωντανό.

Κρατώ σφιχτά τον καρυοθραύστη.

Συνεχίζει να με πλησιάζει.

Φύγε!.

Πλησιάζει.

Ψάχνω ανάμεσα στα στολίδια. Βρίσκω τους μικρούς κόκκινους σπόρους. Κάνω έναν κύκλο γύρω μου.

Μυρίζει ροδόπιτα. 

Για αυτό σας λέω.

Κάψτε το δέντρο.  

Κάψτε το.

[Η φωτογραφία είναι του Χριστόφορου Κώνστα]

EURODRAM CALL 2020 / 2021

Posted in Ανακοινώσεις on 9 Δεκεμβρίου, 2020 by newriters

Το EURODRAM, το δίκτυο προώθησης θεατρικών έργων, σας προσκαλεί να υποβάλετε μεταφρασμένα θεατρικά έργα που γράφτηκαν αρχικά σε μία από τις γλώσσες των μελών των επιτροπών (Ευρώπη, Κεντρική Ασία, Μεσόγειος) και στη συνέχεια μεταφράστηκαν στα Ελληνικά.

Για το 2021, κάθε επιτροπή του Eurodram θα επιλέξει τρία μεταφρασμένα θεατρικά έργα στα Ελληνικά. Δεν λαμβάνεται υπόψη ο τόπος διαμονής και η ιθαγένεια του θεατρικού συγγραφέα ή/και μεταφραστή.

Οι ενδιαφερόμενες/οι μπορούν να αποστείλουν τα έργα τους στην ηλεκτρονική διεύθυνση eurodramgr@yahoo.com μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020.  Για περισσότερες πληροφορίες για τους όρους συμμετοχής αλλά και για πληροφορίες για το έργο του δικτύου παρακαλούμε όπως επισκεφτείτε τον παρακάτω σύνδεσμο http://eurodram.org/contact/  ή στείλτε e-mail στο συμβούλιο του Eurodram board@sildav.org.

ΟΡΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

  • Τα έργα μπορούν να υποβληθούν από μεταφραστές, θεατρικούς συγγραφείς, εκδότες, δραματουργούς, παραγωγούς, σκηνοθέτες και ατζέντηδες.
  • Οι θεατρικοί συγγραφείς μπορεί να είναι οι μεταφραστές των δικών τους έργων.
  • Οι μεταφραστείς ή οι ενδιαφερόμενες/οι που θα υποβάλουν θεατρικά έργα θα πρέπει να έχουν τα δικαιώματα μετάφρασης ή να έχουν τη συγκατάθεση του θεατρικού συγγραφέα.
  • Το EURODRAM 2020 θα δεχτεί έργα που γράφτηκαν αρχικά σε μία από τις ακόλουθες γλώσσες: Αγγλικά, Αλβανικά, Αραβικά, Αρμένικα, Αζέρικα, Λευκορωσικά, Βοσνιακά, Κροατικά, Μαυροβούνια, Σερβικά, Βουλγαρικά, Castilian, Galician Καταλανικά, Τσεχικά, Φινλανδικά, Γαλλικά, Γεωργιανά Γερμανικά, Εβραϊκά, Ισπανικά, Ιταλικά, Κουρδικά, Σλαβομακεδονικά, Νοτιοσλαβικά, Νορβηγικά, Ουγγρικά Ουκρανικά Περσικά, Πολωνικά, Πορτογαλικά, Ρουμανικά, Ρομανί, Ρωσικά, Σλοβενικά, και Τουρκικά.
  • Η τελευταία ημέρα υποβολής είναι η 31η Δεκεμβρίου 2020, εκτός αν ανακοινωθεί άλλη ημερομηνία από την επιτροπή.
  • Τα αποτελέσματα από όλες τις επιτροπές θα ανακοινωθούν την 21η  Μαρτίου 2020 στην ιστοσελίδα του Εurodram (http://eurodram.org/)
  • Οι υποβολές θα πρέπει να γίνουν ως εξής:
  1. Οι ενδιαφερόμενες/οι μπορούν να αποστείλουν με email το μεταφρασμένο έργο ως συνημμένο έγγραφο. Το αρχείο θα πρέπει να περιλαμβάνει το όνομα του συγγραφέα ή του μεταφραστή, ή τον τίτλο του έργου (είτε στην αρχική είτε στη μεταφρασμένη γλώσσα).
  2. Πρόσθετα, θα υποβληθεί και ένα ακόμα αρχείο (σε μορφή word) και θα πρέπει να περιληφθούν οι ακόλουθες πληροφορίες (στα ελληνικά και αγγλικά):
    • Αυθεντική Γλώσσα και Γλώσσα Μετάφρασης.
    • Όνομα συγγραφέα, ημερομηνία και τόπος γέννησης.
    • Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα.
    • Όνομα μεταφραστή, ημερομηνία και τόπος γέννησης.
    • Σύντομο βιογραφικό του μεταφραστή.
    • Ημερομηνία συγγραφής.
    • Ημερομηνία μετάφρασης.
    • Σύνοψη.
    • Αριθμός χαρακτήρων.
    • Αναφορά σε προηγούμενα βραβεία/διακρίσεις.
    • Αναφορά σε προηγούμενες παραγωγές.
    • Όποια άλλη αναφορά κριθεί απαραίτητη.

Ο τίτλος του email θα είναι «EURODRAM 2020-Υποβολή Μεταφρασμένου έργου».

To EURODRAM είναι ένα δίκτυο προώθησης θεατρικών έργων σε ευρωπαϊκές, μεσογειακές και κεντροασιατικές γλώσσες. Ο κύριος στόχος του είναι να προτείνει έργα σύγχρονων θεατρικών συγγραφέων τόσο σε επαγγελματίες θεάτρου, όσο και στο ευρύτερο κοινό, με έμφαση στη γλωσσική ποικιλία. Στο πλαίσιο αυτό προωθεί την κυκλοφορία, τη μετάφραση και την προώθηση των θεατρικών έργων μεταξύ των διαφόρων γλωσσών της Ευρώπης και του Μεσογειακού χώρου. Το δίκτυο είναι οργανωμένο σε 30 επιτροπές και έχει περισσότερα από 300 μέλη.

Το EURODRAM φιλοξενεί δύο είδη θεατρικών διαγωνισμών:

  • Έργα γραμμένα στη γλώσσα της επιτροπής.

Στις ζυγές χρονιές η κάθε επιτροπή επιλέγει τρία πρωτότυπα θεατρικά έργα και τα προωθεί για μετάφραση σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

  • Έργα γραμμένα σε άλλες γλώσσες, μεταφρασμένα στην γλώσσα της επιτροπής.

Στις μονές χρονιές οι επιτροπές επιλέγουν τρία θεατρικά έργα από έργα που έχουν μεταφραστεί  στη γλώσσα της επιτροπής, με στόχο να δημοσιευθούν ή και να παρασταθούν.