παράταση eurodram 2023

Posted in Ανακοινώσεις on 21 Ιανουαρίου, 2023 by newriters

Τελευταία μέρα της παράτασης υποβολής μεταφράσεων η 21/1/2023

EURODRAM CALL 2023

Posted in Ανακοινώσεις on 7 Δεκεμβρίου, 2022 by newriters

Το EURODRAM, το δίκτυο προώθησης θεατρικών έργων, σας προσκαλεί να υποβάλετε μεταφρασμένα θεατρικά έργα που γράφτηκαν αρχικά σε μία από τις γλώσσες των μελών των επιτροπών (Ευρώπη, Κεντρική Ασία, Μεσόγειος) και στη συνέχεια μεταφράστηκαν στα Ελληνικά.

Για το 2023, κάθε επιτροπή του Eurodram θα επιλέξει τρία μεταφρασμένα θεατρικά έργα. Οι ενδιαφερόμενες/οι μπορούν να αποστείλουν τα έργα τους στην ηλεκτρονική διεύθυνση eurodramgr@yahoo.com μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2023. Για περισσότερες πληροφορίες για τους όρους συμμετοχής αλλά και για πληροφορίες για το έργο του δικτύου παρακαλούμε όπως επισκεφτείτε τον παρακάτω σύνδεσμο http://eurodram.org/contact/ ή στείλτε e-mail στο συμβούλιο του Eurodramboard@sildav.org.

ΟΡΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

  • Τα έργα μπορούν να υποβληθούν από μεταφραστές, θεατρικούς συγγραφείς, εκδότες, δραματουργούς, παραγωγούς, σκηνοθέτες και ατζέντηδες.
  • Οι θεατρικοί συγγραφείς μπορεί να είναι οι μεταφραστές των δικών τους έργων.
  • Οι μεταφραστείς ή οι ενδιαφερόμενες/οι που θα υποβάλουν θεατρικά έργα θα πρέπει να έχουν τα δικαιώματα μετάφρασης ή να έχουν τη συγκατάθεση του θεατρικού συγγραφέα.
  • Το EURODRAM 2023 θα δεχτεί έργα που γράφτηκαν αρχικά σε μία από τις ακόλουθες γλώσσες: Αγγλικά, Αλβανικά, Αραβικά, Αρμένικα, Αζέρικα, Λευκορωσικά, Βοσνιακά, Κροατικά, Μαυροβούνια, Σερβικά, Βουλγαρικά, Castilian & GalicianΚαταλανικά, Τσεχικά, Φινλανδικά, Γαλλικά, ΓεωργιανάΓερμανικά, Εβραϊκά, Ισπανικά, Ιταλικά, Κουρδικά, ΣλαβομακεδονικάΝότιοσλαβικά, Νορβηγικά, Ουγγρικά Ουκρανικά Περσικά, Πολωνικά, Πορτογαλικά, Ρουμανικά, Ρομανί Ρωσικά, Σλοβενικά, και Τουρκικά.
  • Δεν μπορούν δυστυχώς να γίνουν δεκτά τα έργα που έχουν γραφτεί σε μία Ευρωπαϊκή γλώσσα που έχει εξελιχθεί στη δική της μορφή (για παράδειγμα η ισπανική γλώσσα της Λατινικής Αμερικής). Επίσης, δεν λαμβάνεται υπόψη ο τόπος διαμονής και η ιθαγένεια του θεατρικού συγγραφέα ή/και μεταφραστή.
  • Δεν μπορούν δυστυχώς να γίνουν δεκτά έργα που έχουν υποβληθεί τα προηγούμενα χρόνια.
  • Η τελευταία ημέρα υποβολής είναι η 1η Ιανουαρίου 2023, εκτός αν ανακοινωθεί άλλη ημερομηνία από την Επιτροπή.
  • Τα αποτελέσματα από όλες τις επιτροπές θα ανακοινωθούν την 21η  Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του Εurodram (http://eurodram.org/)
  • Οι υποβολές θα πρέπει να γίνουν ως εξής:
  • Οι ενδιαφερόμενες/οι μπορούν να αποστείλουν με email το μεταφρασμένο έργο ως συνημμένο έγγραφο (σε μορφή PDF).  Το αρχείο θα πρέπει να περιλαμβάνει το όνομα του συγγραφέα, του μεταφραστή και τον τίτλο του έργου (στην αρχική και στη μεταφρασμένη γλώσσα).
  • Πρόσθετα, θα υποβληθεί και ένα ακόμα αρχείο (σε μορφή Word) και σε αυτό το αρχείο θα πρέπει να περιληφθούν οι ακόλουθες πληροφορίες (στα ελληνικά και αγγλικά):
    • Αυθεντική Γλώσσα και Γλώσσα Μετάφρασης.
    • Όνομα συγγραφέα, ημερομηνία και τόπος γέννησης.
    • Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα.
    • Όνομα μεταφραστή, ημερομηνία και τόπος γέννησης.
    • Σύντομο βιογραφικό του μεταφραστή.
    • Ημερομηνία συγγραφής.
    • Ημερομηνία μετάφρασης.
    • Σύνοψη.
    • Αριθμός χαρακτήρων.
    • Αναφορά σε προηγούμενα βραβεία/διακρίσεις.
    • Αναφορά σε προηγούμενες παραγωγές.
    • Όποια άλλη αναφορά κριθεί απαραίτητη.
  • Ο τίτλος του email θα είναι «EURODRAM 2023 – Υποβολή Μεταφρασμένου έργου».

To EURODRAM είναι ένα δίκτυο προώθησης θεατρικών έργων σε ευρωπαϊκές, μεσογειακές και κεντροασιατικές γλώσσες. Ο κύριος στόχος του είναι να προτείνει έργα σύγχρονων θεατρικών συγγραφέων τόσο σε επαγγελματίες θεάτρου, όσο και στο ευρύτερο κοινό, με έμφαση στη γλωσσική ποικιλία. Στο πλαίσιο αυτό προωθεί την κυκλοφορία, τη μετάφραση και την προώθηση των θεατρικών έργων μεταξύ των διαφόρων γλωσσών της Ευρώπης και του Μεσογειακού χώρου. Το δίκτυο είναι οργανωμένο σε 30 επιτροπές και έχει περισσότερα από 300 μέλη.

Το EURODRAM φιλοξενεί δύο είδη θεατρικών διαγωνισμών:

  • Έργα γραμμένα στη γλώσσα της επιτροπής.

Στις ζυγές χρονιές η κάθε επιτροπή επιλέγει τρία πρωτότυπα θεατρικά έργα και μέσω των επιτροπών τα προωθεί για μετάφραση σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

  • Έργα γραμμένα σε άλλες γλώσσες, μεταφρασμένα στη γλώσσα της επιτροπής.

Στις μονές χρονιές οι επιτροπές επιλέγουν τρία θεατρικά έργα από έργα που έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα της επιτροπής.

Advertisement

EURODRAM 2022

Posted in Ανακοινώσεις on 21 Μαρτίου, 2022 by newriters

Στην πρόσκληση για το διαγωνισμό υποβολής θεατρικών έργων που προκήρυξε το Eurodram, υποβλήθηκαν 44 έργα γραμμένα στην Ελληνική γλώσσα, από 42 συγγραφείς και η Επιτροπή Αξιολόγησης αφού μελέτησε τα κείμενα, επέλεξε τα τρία ακόλουθα θεατρικά έργα (με αλφαβητική σειρά):

  • Αλεξίου Δημήτρης: «Το κουδούνι»
  • Λαγόπουλος Αλέξανδρος: «Τελευταία αναγγελία»
  • Πάσσαρη Μαριτίνα: «Κομμώτριες»

—————————————

Here is the selection of the Greek language committee:

When the bell rings by Dimitris Alexiou

Final announcement by Lagopoulos Alexandros

Hairdressers by Passari Maritina

ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ στο δίκτυο EURODRAM 2021-2022

Posted in Ανακοινώσεις on 21 Νοεμβρίου, 2021 by newriters

To EURODRAM είναι ένα δίκτυο προώθησης θεατρικών έργων σε ευρωπαϊκές, μεσογειακές και κεντροασιατικές γλώσσες. Ο κύριος στόχος του είναι να προτείνει έργα σύγχρονων θεατρικών συγγραφέων τόσο σε επαγγελματίες θεάτρου, όσο και στο ευρύτερο κοινό, με έμφαση στη γλωσσική ποικιλία. Στο πλαίσιο αυτό προωθεί την κυκλοφορία, τη μετάφραση και την προώθηση των θεατρικών έργων μεταξύ των διαφόρων γλωσσών της Ευρώπης και του Μεσογειακού χώρου. Το δίκτυο είναι οργανωμένο σε 30 επιτροπές και έχει περισσότερα από 300 μέλη.

Το EURODRAM φιλοξενεί δύο είδη θεατρικών διαγωνισμών:

  • Έργα γραμμένα στη γλώσσα της επιτροπής.

Στις ζυγές χρονιές η κάθε επιτροπή επιλέγει τρία πρωτότυπα θεατρικά έργα και τα προωθεί για μετάφραση σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

  • Έργα γραμμένα σε άλλες γλώσσες, μεταφρασμένα στην γλώσσα της επιτροπής.

Στις μονές χρονιές οι επιτροπές επιλέγουν τρία θεατρικά έργα από έργα που έχουν μεταφραστεί  στη γλώσσα της επιτροπής, με στόχο να δημοσιευθούν ή και να παρασταθούν.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗ

Θεατρικά έργα μπορούν να υποβάλλονται από τους ίδιους τους συγγραφείς. Η γλώσσα του κειμένου, τα Ελληνικά, είναι το κύριο σημείο αναφοράς, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή τον τόπο διαμονής του συγγραφέα. Υπάρχει απόλυτη ελευθερία για το θέμα, το είδος και τη διάρκεια του θεατρικού έργου. Τα έργα δεν απαιτείται να είναι νέα και μπορεί να έχουν ήδη παρασταθεί. Όλα τα προαπαιτούμενα έγγραφα πρέπει να υποβληθούν σε αρχεία pdf μέσω email και μόνο.

ΟΡΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

  • Ποιοι μπορούν να υποβάλουν συμμετοχή

Συγγραφείς που γράφουν στην ελληνική γλώσσα.

  • Υποβολή

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποστείλουν με email τα παρακάτω:

  1. Το ολοκληρωμένο θεατρικό έργο (σε μορφή pdf).
  2. Ένα αρχείο σε μορφή word το οποίο θα περιλαμβάνει τα εξής:
  3. Τίτλο του θεατρικού έργου στα ελληνικά και στα αγγλικά.
  4. Περίληψη του θεατρικού έργου στα ελληνικά και στα αγγλικά.
  5. Ημερομηνία γραφής του υποβληθέντος έργου, αριθμό χαρακτήρων και οτιδήποτε αναφορικά με βραβεύσεις και προηγούμενες παραγωγές του, καθώς και οποιαδήποτε πρόσθετη πληροφορία που κρίνεται ενδιαφέρουσα (φωτογραφία συγγραφέα, φωτογραφίες παράστασης, αφίσες, κλπ).
  6. Σύντομο βιογραφικό έκτασης μισής έως μιας σελίδας στα ελληνικά και στα αγγλικά.
  7. Στοιχεία επικοινωνίας του θεατρικού συγγραφέα (email, τηλέφωνο, ιστοσελίδα, κλπ)
  • Αποστολή Συμμετοχής

Οι συγγραφείς μπορούν να αποστείλουν τις συμμετοχές τους στην ηλεκτρονική διεύθυνση eurodramgr@yahoo.com μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2021. Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν στις 15 Μαρτίου 2022. Θεατρικά έργα που θα υποβληθούν χωρίς όλα τα απαραίτητα στοιχεία θα απορρίπτονται.

Όσοι υποβάλλουν θεατρικά έργα θα λάβουν απάντηση από την επιτροπή μόνο σε περίπτωση που τα έργα τους επιλεγούν. Σε περίπτωση επιλογής, η περίληψη και τα βιογραφικά θα δημοσιευθούν. Στη συνέχεια θα ενημερωθούν για τη διαδικασία η οποία θα ακολουθηθεί. Τα αποτελέσματα θα δημοσιευτούν διαδικτυακά. Δεν θα υπάρχει χρηματική αμοιβή για τους νικητές και το έργο δεν θα παρασταθεί μέσα στα πλαίσια του Eurodram.

Αν θέλετε να δείτε τα αποτελέσματα των προηγούμενων διαγωνισμών: http://eurodram.org/selections/

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε σε αυτό το link:

http://eurodram.org/

ΛΑΣΠΗ (από τις Πυραμίδες)

Posted in Ανακοινώσεις on 18 Ιουνίου, 2021 by newriters

ΕΣΥ:

Τι λάσπη είναι αυτή;

Τι λασπουριά;

Επίτηδες το έκανες.

Έτσι δεν είναι;

Τι κοιτάς;

ΤΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ;

Επίτηδες το ’κανες!

Τα κατάφερες.

Με έκανες πάλι έτσι, σκατά.

Ξανά και ξανά και ξανά και ξανά.

Δεν φτάνει που έχω κολλήσει μαζί σου εδώ μέσα…

Να φύγεις, δεν με νοιάζει πού θα πας.

Μου ρουφάς τον αέρα.

ΦΥΓΕ!

Εξαφανίσου.

Χάσου να μη σε βλέπω.

Δεν σ’ αντέχω άλλο.

Αυτό που ’κανες σήμερα δεν θα σ’ το συγχωρήσω ποτέ.

Τ’ ακούς;

ΠΟΤΕ!

Όταν τελειώσει όλο αυτό θα φύγω εγώ, να το ξέρεις.

Και ξέρεις γιατί;

Γιατί, κάθε φορά που σε βλέπω, μου έρχεται να ξεράσω.

Μην πλησιάζεις!

Μη με πλησιάζεις.

Και μην τολμήσεις ν’ ανοίξεις το κωλόστομά σου

να μου ζητήσεις συγγνώμη.

Βαρέθηκα τις συγγνώμες σου.

Δεν θέλω ν’ ακούω τη φωνή σου.

Ούτε να σε βλέπω.

Από δω κι εμπρός θα κοιμάμαι στο σαλόνι.

Δεν μπορώ κοντά σου λεπτό.

Να μοιράσουμε το σπίτι στη μέση.

Αυτό πρέπει να γίνει.

Από δω εγώ, από κει εσύ.

Δεν είναι δυνατόν να μένουμε μαζί σ’ αυτή την τρύπα.

Καλά, και σε παλάτι να μέναμε,

πάλι θα ξέρναγα με τη βλακεία σου.

Μόνοι μας να ήμασταν στη γη, πάλι θα περίσσευες.

Από παντού περισσεύεις.

Περισσεύεις. 

Έχεις ξεχειλώσει.

Ράψε λίγο το στόμα σου, που όλο τρως,

που τρως ό,τι βρεις.

Κοίτα!

Η κοιλιά σου,

ο κώλος σου,

τα βυζιά σου…

Κοίτα τα πώς κρέμονται!

Όλα κρέμονται.

Θες να λέγεσαι και γυναίκα, πανάθεμά σε.

Μην κλαις, γαμώτο μου, μην κλαις.

Μάζεψε τις μύξες σου.

Δεν σ’ αντέχω όταν κλαις.

Σκάσε πια.

Βούλωσ’ το.

Μας ακούνε οι γείτονες.

Έχουν στήσει αυτί και γελάνε μαζί μας.

Να πάνε να γαμηθούν κι αυτοί και όλοι τους!

Που άλλη δουλειά δεν έχουν

από το ν’ ασχολούνται με τους άλλους.

Πώς βρέθηκα εγώ σ’ αυτή την κατάσταση;

Μου λες;

Πώς μπόρεσα να πιστέψω για μια στιγμή

πως είσαι άνθρωπος;

Πως εσύ είσαι άνθρωπος;

Ένα ζώο και μισό είσαι!

Στα τέσσερα πρέπει να προχωράς.

ΣΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ!

Ζώον, ε ζώον!

Κουβέντα!

Δεν έχεις δικαιολογία για το σημερινό.

Μιλιά!

Τσιμουδιά!

Αν ακούσω ακόμα μία λέξη, θα σ’ αρχίσω στις ανάποδες.

Άχρηστη, ανίκανη.

Ένα τίποτα είσαι.

Ένα ασουλούπωτο πράμα, ατσούμπαλο.

Σε βλέπει ο κόσμος και γελάει.

Πώς σε φορτώθηκα εγώ, ο βλάκας;

Πώς μ’ έκανες να σ’ αγαπήσω;

Ο βλάκας!

Που έχεις τελειώσει ένα ψωροπανεπιστήμιο

και μου το παίζεις κάποια.

Όλα τα ζώα έχουν τελειώσει κάτι στις μέρες μας.

Και τι έκανες με το κωλόχαρτο που πήρες;

Βρήκες καμιά δουλειά της προκοπής;

Βρήκες εμένα, που σε παντρεύτηκα,

που σε φορτώθηκα.

Όλοι το ’λεγαν πως είσαι ένα τίποτα,

δεν τους άκουγα, ο βλάκας.

Δεν ντρέπομαι να το φωνάξω.

Είμαι ΒΛΑΚΑΣ, ΗΛΙΘΙΟΣ!

Μόνο ένας βλάκας θα ’ταν ακόμα παντρεμένος μαζί σου.

Κολλημένος μαζί σου σε πενήντα τετραγωνικά.

Κολλημένος μ’ εσένα.

Σαν να ’χω κολλήσει αρρώστια είναι, ψώρα!

Εσύ είσαι η αρρώστια.

Μην πεις λέξη και μην κλαις.

Κυρίως μην κλαις.

Μ’ ακούς;

Σκάσε, που να σε πάρει,

μας ακούει η γειτονιά, ηλίθια.

ΗΛΙΘΙΑ!

Δεν υπάρχει δικαιολογία για το σημερινό.

Μου τα ’βαλες σε καλό πιάτο,

έβαλες και καθαρό τραπεζομάντιλο να μου ρίξεις λάσπη στα μάτια.

Δεν έχεις δικαιολογία για το σημερινό.

Σήμερα κατάλαβα αυτό που έχω καταλάβει χρόνια τώρα,

πως δεν σου καίγεται καρφί για μένα.

Εδώ φαίνεται η αγάπη σου.

Μόνο τον εαυτούλη σου σκέφτεσαι.

Είμαι φυλακισμένος μαζί σου.

Φυλακή.

Με μια ανισσόροπη.

Με μια σκατένια, σκατόψυχη,

που δεν με νοιάζεται,

που σκέφτεται μόνο την πάρτη της.

Ο κόσμος χάνεται κι αυτή στην αρχοντοκοσμάρα της.

Επίτηδες δεν μου τα έκανες;

Πέσ’ το.

Παραδέξου το.

Λίγη ειλικρίνεια για μία φορά.

Με σιχαίνεσαι.

Κι εγώ σε σιχαίνομαι.

Κι εγώ.

Σε… σε…

Δεν έχω μισήσει άνθρωπο περισσότερο.

Έτσι και ψοφήσεις αύριο, ψοφίμι, πάρτι θα κάνω.

Ευτυχώς που δεν έχουμε παιδιά.

Που ήθελες και παιδί.

Να μ’ έχεις δεμένο, για πάντα.

Μη με πλησιάζεις.

Να μη σε βλέπω!

Πάρε κι αυτά από μπροστά μου.

Πάρ’ τα από μπροστά μου!

Τόσα χρόνια μου μαγειρεύεις,

δεν ξέρεις πως τα τρώω σκληρά;

Πόσες φορές μου ’χεις κάνει μακαρόνια;

Πόσες; Πεντακόσιες; Χίλιες;

Έτσι τα τρώω;

Σε ρωτάω.

Τι λαπάς είναι αυτό;

Τι λάσπη είναι αυτή;

Τι λασπουριά είναι αυτή;

Παίρνω που παίρνω κιλά, να τρώω κι αηδίες;

Φά’ τα εσύ.

ΦΑ’ ΤΑ!

Αν δεν ήθελες να μαγειρέψεις ας το έλεγες.

Αν βαριόσουν τόσο, να το ’λεγες, στόμα έχεις.

Θα τα έκανα μόνος μου.

Σιγά την επιστήμη, γαμώ τον αντίθεό μου.

Μακαρόνια σου ζήτησα, δεν σου ζήτησα καμιά σπεσιαλιτέ.

Δεν σου ζήτησα σαλιγκάρια γαλλικά.

Αυτά είναι πιο αηδιαστικά κι από σαλιγκάρια.

Λάσπη.

Λασπουριά.

Επίτηδες τα ’κανες έτσι,

παραδέξου το.

Για να μου γαμήσεις τα νεύρα.

Να μου χαλάσεις τη διάθεση.

Τα κατάφερες.

Ηλίθια.

Ηλίθια.

ΗΛΙΘΙΑ!

ΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΓΙΟ της Νίκης Ράπτη

Posted in Ανακοινώσεις on 23 Μαρτίου, 2021 by newriters

Ακούγεται παραμορφωμένος ήχος από χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

ΓΥΝΑΙΚΑ:

Κοίτα τι στόλισα στο δέντρο. Είναι το μαγιό από τη λίστα που σε έβαλα να διαλέξεις. Από εκείνη την ιστοσελίδα, θυμάσαι; Αυτό που λατρεύω σε αυτό το μαγιό δεν είναι το χρώμα ή το ύφασμα του. Είναι το σχέδιο. Πάντα μου άρεσαν αυτά τα μαγιό. Που δεν είναι ούτε ολόσωμα ούτε μπικίνι. Είναι λίγο και από τα δυο. Και νομίζω με κολακεύουν. Μυρίζεις βότκα και γκρέιπφρουτ. Η καλύτερη μυρωδιά. Ταιριάζει με το άρωμα μου. Ξόδεψα πολλά χρήματα για απόψε. Ήθελα να σου ετοιμάσω το καλύτερο φαγητό, να δεις το δέντρο μας στολισμένο. Να δεις τα φωτάκια μας να αναβοσβήνουν δίπλα στο τζάκι. Διάλεξα την αγαπημένη σου ταινία, που φυσικά εύχομαι ποτέ να μην δούμε. Ή τουλάχιστον να παίξουν μόνο τα πρώτα δέκα λεπτά. Τι λες για αυτό που φοράω; Ποιότητα, κατασκευή, ε; Θα ’θελα να ερωτευτείς το μαγιό μου. Και άλλωστε εσύ το διάλεξες. Θέλω αυτή τη στιγμή να με γδύσεις και να με βοηθήσεις να το φορέσω. Τι κρίμα που μόνη μου τα λέω και μόνη μου τα ακούω. Τώρα θα πρέπει να καλέσω την αστυνομία. Και τι να τους πω; Ήταν ένα σούπερ μαγιό. Όλα σούπερ τα έβρισκες. Αλλά τώρα… που θα πέσει το πρώτο χιόνι και θα αρχίσουν οι ευχές… εσύ θα κοιμάσαι. Όμορφος είσαι όταν κοιμάσαι. Θα κάνω κανονικά ό,τι υπολόγιζα. Χωρίς ενοχές. Μέχρι και στο κρεβάτι μας θα ξαπλώσω. Δεν θα ’θελα να ξυπνήσεις. Συνέχισε να κάνεις ότι δεν ακούς. Άνοιξε τα μάτια. Μ’ αρέσει να με κοιτάς. Θα διαλέξουμε τώρα κάτι για σένα. Μια γραβάτα ίσως και ας μην τις φοράς. Κάτσε να ανοίξω τον υπολογιστή για να ψάξω. Παραγγέλνω αυτό που φαντάζομαι πάνω σου. Το κρεμάω στο δέντρο, να, δες. Με τη φαντασία μου. Ανοίγω το παράθυρο και μαγικά ξημερώνει. Χτυπάει το κουδούνι στ’ αλήθεια. Είναι η γραβάτα σου. Ναι, κοίτα… εγώ στην πραγματικότητα δεν έκανα κάτι. Δεν ήθελα να σε σπρώξω, αλλά και εσύ δεν χτύπησες κάπου… θέλω να πω δεν είναι και πολύ λογικό έτσι ξαφνικά να πέφτεις κάτω και να μην μου μιλάς. Να σου πω κάτι; Πρέπει να πάρω κάποιο τηλέφωνο… κάποιον που εμπιστεύομαι…. Αυτό δεν κάνουν στις ταινίες; Ναι… Δεν θα μπω στον κόπο ούτε να δω αν αναπνέεις… Γιατί για μένα δεν αναπνέεις. Εγώ σου είπα πράγματα που δεν τα έχω πει σε κανέναν και εσύ… Τελειωμένος. Όλοι σας τελειωμένοι. Πολύ τελειωμένοι. Και εγώ θα μιλήσω τώρα σε κάποιον γιατί μιλάω μόνη μου τόση ώρα και μόνο οι τρελοί μιλάνε μόνοι τους. Πρέπει να φύγω από δω… Να βρω έναν τρόπο… πριν έρθει κάποιος. Έπρεπε να είχα φορέσει κάτι άλλο. Να μην είχα έρθει σε αυτή την ερημιά εδώ μαζί σου. Εύχομαι να ξυπνήσεις. Να, κλείνω τα μάτια, ξαπλώνω εδώ δίπλα σου με το σούπερ μαγιό που εσύ διάλεξες απόψε για να φορέσω… Σε εκείνη την ιστοσελίδα, θυμάσαι; Το σχέδιο πάντα να κοιτάς. Όχι το χρώμα, το σχέδιο. Να υπάρχει πάντα ένα σαφές, καθαρό σχέδιο. Αύριο το πρωί θα στολίσουμε δέντρο. Θα ανοίξεις τα δώρα σου, θα πιούμε καφέ. Να, ήδη το κάνουμε. Βλέπεις; Όλο το σπίτι είναι γεμάτο αίματα, αλλά εμείς είμαστε καθαροί, σαν το χιόνι… Έξω, ο κόσμος έχει μετατραπεί σε βυθό. Να, βλέπω κάποιους να έρχονται. Πλησιάζουν, κολυμπώντας, στο σπίτι. Μια νιφάδα αρχίζει να περικυκλώνει το σώμα μου. Μου ζητάει την άδεια για να με πάρει αγκαλιά. Επιτέλους. Έχω να πω τώρα κάπου την ιστορία μου.    

ΤΟ ΡΟΖ ΓΚΡΙΦΟΝ του Χρήστου Ασωνίτη

Posted in Ανακοινώσεις on 23 Μαρτίου, 2021 by newriters

ΑΝΤΡΑΣ:
Το ροζ γκριφόν παρακολουθεί τα πάντα.

Είναι το μάτι του Θεού.

Εκεί, από τη γνωστή θέση του, πάνω στην βιβλιοθήκη.

Ανάμεσα στον Παπαδιαμάντη και τον Ντίκενς.

Είσαι ένα σκύλος με υψηλό iq, του έλεγα. Που ξέρεις; μπορεί να γίνεις και συγγραφέας.

Αυτό έβαζε το κεφάλι του στα πόδια και σήκωνε τα αυτιά με υπεροψία.

Το ροζ γκριφόν ήθελε να είναι το κέντρο του κόσμου.

Δεν το ικανοποιούσαν τα χάδια και οι αγκαλιές. Αδιαφορούσε για τα πειράγματα. Ορμούσε όταν έβλεπε να έρχεται κάποιος με απειλητικό ύψος. Μία φορά δάγκωσε την αδελφή μου, παρόλο που ήξερε πως θα το τιμωρούσα. Έτρεχε στη θέση του, άνοιγε ένα βιβλίο και ξεκίναγε το διάβασμα. Κάπως έτσι γλίτωνε την τιμωρία.

Ήταν το δώρο του μπαμπά στα δέκατα γενέθλια μου. Εγώ είχα ζητήσει ένα ποδήλατο με πέντε ταχύτητες και κράνος, αλλά ήταν πολύ ακριβό.

Το ροζ γκριφόν ήταν τσάμπα και είχε μεγαλύτερη αξία από το ποδήλατο. Στην αρχή δεν του μιλούσα.

Είμαι άντρας, του έλεγα. Δεν θέλω σκυλάκια στο δωμάτιο. Εγώ θέλω να είμαι μόνος, με Μ κεφάλαιο. Να μη με ακούει κανείς όταν μιλάω στον εαυτό μου, να μη μαθαίνει κανείς τα μυστικά μου.

Έτσι, άρχισα να το παραμελώ. Έκανα πως δεν υπήρχε. Το τάιζα σοκολατάκια, αυτά με το ολόκληρο φουντούκι, μπας και πνιγεί. Του έδινα να πιει βερμούτ και παραπατούσε στο μωσαϊκό. Του φόραγα μαντήλια σαν φούστες και το κούρευα σαν την Annie Lenox.

Έβαζα το “This is not a love song” και το χόρευα μπροστά του. Μετά, το έπαιρνα στα χέρια και το πετούσα στο αέρα, ενώ αυτό έκλεγε.

Το ροζ γκριφόν γούσταρε τα μπισκότα με της επικάλυψη σοκολάτας, έβλεπε τον ιππότη της ασφάλτου και χόρευε σε ηλεκτροπόπ ρυθμούς.

Μύριζε το τασάκι με τα αποτσίγαρα του μπαμπά και εθίστηκε στο αλκοόλ.

Καθόταν στην θέση του με ένα βιβλίο ανοικτό μπροστά του και είχε μονίμως λόξιγκα. Είχε διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Ακόμα και την ερωτική αρμονία που είχα κρυμμένη πίσω από τον Σαίξπηρ.

Ερχόταν κουνιστό χωρίς να βγάλει άχνα και κούρνιαζε στα πόδια μου την ώρα που έγραφα.

Κάθε φορά που έκανα λάθος, μου δάγκωνε το πόδι. Εγώ καταλάβαινα πως κάτι δεν έκανα καλά και το ξανάγραφα. Και αυτό πάλι με δάγκωνε. Το πόδι μου γέμισε μελανιές, αλλά τα λάθη δεν τέλειωναν ποτέ.

Τότε ήταν που γίναμε αχώριστοι. Δούναι και λαβείν. Αυτό με διόρθωνε κάθε φορά που έκανα λάθος και εγώ του έδινα φαΐ, σοκολατάκια και αλκοόλ.

Και χάδια. Γιατί το ροζ γκριφόν αναγνώριζε μόνο τα δικά μου χέρια. Και εγώ τη δική του γλώσσα που αν δεν με έγλυφε στο λαιμό κάθε βράδυ, δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Με ακολουθούσε παντού. Δεν έκανα βήμα χωρίς αυτό. Όταν έδωσα πανελλήνιες ήταν εκεί. Καθόταν στο περβάζι του παραθύρου. Όταν δεν ήξερα τι να γράψω το κοίταζα και έβρισκα την λύση. Πέρασα πρώτος στο Πολυτεχνείο. Για χάρη του έζησα την πρώτη και ίσως μοναδική φορά ευτυχίας και όχι απλής χαράς. Και όταν ένιωσα κάτι διαφορετικό να γεννιέται μέσα μου, πως το σώμα μου ούρλιαζε σαν παγιδευμένη αλεπού και το ροζ έπνιγε τα όνειρα μου, σε εκείνο είπα το μυστικό μου.

Με τα χρόνια η ηλεκτροπόπ έγινε καμπαρέ, τα σοκολατάκια ηρεμιστικά και ο Παπαδιαμάντης ερωτεύτηκε την Σάρα Κέιν.

Το νέο μου διαμέρισμα λάμπει από τα στρας. Παντού χρυσά τούλια, πολύχρωμα ρούχα και ένας καθρέπτης.

Στέκομαι μπροστά του και ρωτάω τι είναι πιο όμορφο. Εγώ ή αυτό που βλέπω.

Την ημέρα αγοράζω ρούχα, κλείνω ραντεβού και γράφω ονόματα σε ατζέντες.

Το βράδυ τρέχω στο μαγαζί. Αλλάζω ρόλους. Φοράω στρας, χορεύω, γίνομαι ό,τι φοβάμαι.

Βλέπω τα πρόσωπα των αντρών να ιδρώνουν .

Ψάχνω για μία σταγόνα ευτυχίας, αλλά ακόμα και η χαρά δεν σηκώνει πια το τηλέφωνο.

Μόνο η βιβλιοθήκη μένει ίδια. Στο τοίχο, με το χρώμα να ξεθωριάζει και τα βιβλία να σχίζονται από την υγρασία.

Κάθε πρωί που γυρίζω από την δουλειά, κάθομαι και την κοιτάω. Το κενό δεν λέει να κλείσει. Μία κόκκινη πετσέτα γεμάτη ροζ τρίχες κουνιέται ελαφρά και ένα δάγκωμα στο πόδι επιμένει. Πάλι κάνω λάθος. Όπως και χτες και προχθές και πάντα.

Μα δεν θέλω να κάνω το σωστό. Πώς αλλιώς θα αισθάνομαι το ροζ δάγκωμα του.

Ξαπλώνω μόνος. Περιμένω. Ο ήλιος έχει βγει. Ένα ελαφρύ γλείψιμο γαργαλάει το λαιμό μου

Τα μάτια κλείνουν.

EURODRAM 2020/2021 – Αποτελέσματα

Posted in Ανακοινώσεις on 23 Μαρτίου, 2021 by newriters

Στην πρόσκληση για το διαγωνισμό ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ που προκήρυξε το Eurodram, η Επιτροπή Αξιολόγησης αφού μελέτησε τα κείμενα επέλεξε ως επικρατέστερα τα τρία ακόλουθα έργα (με αλφαβητική σειρά μεταφραστών):

  • Σκάβουν τούνελ της Μάργκαρετ Γουέσελινκ (αρχική γλώσσα γραφής αγγλική) σε μετάφραση της Βίκης Σονικιάν
  • Πλακάκια τουΝταβίντ Ντεσόλα (αρχική γλώσσα γραφής ισπανική) σε μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ
  • Πινγκ-Πονγκ της Angélica Liddell, (αρχική γλώσσα γραφής ισπανικά) σε μετάφραση της Κυριακής Χριστοφορίδη

Ευχαριστούμε όλες και όλους για τη συμμετοχή τους.

—————————————

Here is the selection of the Greek language committee.

SELECTION 2020-2021

Σκάβουν τούνελ (Creusent un tunnel /They’re Digging a Tunnel) by Margaret Wesseling, translated from the English to Greek by Vicki Sonikian

Πλακάκια (Carreaux / Tiles) by David Desola, translated from the Spanish to Greek by Maria Chatziemmanouil

ΠινγκΠονγκ (Ping Pong/Ping Pong) by Angélica Liddell, translated from the Spanish to Greek by Kiriaki Christoforidi

Η ΜΟΝΙΚΑ (από τις Πυραμίδες), του Ανδρέα Φλουράκη

Posted in Ανακοινώσεις on 8 Ιανουαρίου, 2021 by newriters

ΑΝΤΡΑΣ:

Εγώ, σε όλη μου τη ζωή φοβόμουν τον θάνατο.

Η αρρωστοφοβία μου μού έγινε μανία.

Καθημερινά πονούσα.

Κολίτιδες, ημικρανίες,

πόνοι στο στομάχι, στο στήθος μου, στα πλευρά,

στα γόνατα, στην πλάτη, στους αγκώνες μου, παντού.  

Είχαμε πει με τη γυναίκα μου να πάρουμε ένα ζωάκι,

γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε παιδί,

αλλά εγώ ήμουν αλλεργικός σε όλα.

Στα σκυλιά, στις γάτες, στα χάμστερ,

ακόμα και στα ερπετά.

Και στα χρυσόψαρα και στα πουλιά.

Κι ήμουν σίγουρος πως θα πεθάνω σύντομα

από καρδιά ή εγκεφαλικό

ή από όγκο στο κεφάλι, στο συκώτι,

στα οστά, στα νεφρά, στους πνεύμονες…

Τελικά, ούτε καρδιά, ούτε καρκίνος, ούτε ανεύρυσμα.

Όπως γίνεται τις περισσότερες φορές πέθανα κατά λάθος.

Ανέβηκα σε μια σκάλα να κρεμάσω κάτι, γλίστρησα,

χτύπησα το κεφάλι μου σε μια γωνία του τραπεζιού

και… αυτό ήταν.

Εγώ δεν πίστευα στη μετά θάνατον ζωή.

Ήμουν άθρησκος και άθεος.

Και μια φορά που βρήκαμε με τη γυναίκα μου

ένα σπίτι σε μια όμορφη πλατεία,

δεν το πήραμε, γιατί είχε θέα σε μια εκκλησία

και με τις καμπάνες να χτυπάνε πρωί-πρωί…

Εγώ δεν πήγαινα στην εκκλησία,

παρά μόνο όταν ήμουν παιδί, με τους γονείς μου.

Εγώ πίστευα πως όταν φεύγουμε απ’ τη ζωή,

τίποτα, δεν πάμε πουθενά,

όταν πεθαίνουμε γινόμαστε ένα τίποτα.

Αυτό.

Και τέλος.

Και όλα αυτά που λένε τώρα για τα είκοσι-ένα γραμμάρια,

εντάξει, δε σημαίνουν πια και τίποτα το συγκλονιστικό.

Έκανα λάθος όμως και σ’ αυτό.

Γιατί εγώ σ’ όλη μου τη ζωή σκεφτόμουν τον θάνατο.

Και τώρα εδώ στον θάνατο βρήκα ένα καινούριο χόμπι:

τη ζωή.

Δεν ήθελα να ησυχάσω και να γίνω ένα τίποτα,

όπως το υπολόγιζα.

Απ’ τη στιγμή που πέθανα,

το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να δω τι κάνει η γυναίκα μου.

Πώς ζει;

Όταν ήμασταν ζευγάρι δεν της έδινα και τόση σημασία.

Την είχα εντελώς γραμμένη,

για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους.

Αλλά εκείνη με φρόντιζε σαν να ήμουν παιδί,

άλλωστε παιδιά-σκυλιά δεν είχαμε.

Και δεν τη ζήλευα παρόλο που ήταν όμορφη.

Πολύ.

Δεν την είχα ικανή για απιστία.

Ε, κι αν ήταν ικανή, δεν το έμαθα ποτέ.

Αλλά τώρα, που πέθανα,

ήθελα να είμαι συνεχώς κοντά της.

Και την έψαχνα, στις πόλεις, να τη βρω,

στους δρόμους, στα μαγαζιά.

Και μια φορά την πετυχαίνω έξω από ένα ταχυδρομείο.

Κι από εκείνη τη στιγμή δεν την αφήνω από τα μάτια μου.

Την παρακολουθώ, αλλά εκείνη δεν με βλέπει, δεν μπορεί.

Καταλαβαίνει κάτι,

μάλλον,

ένα παραπάτημα,

μια ανατριχίλα,

ένας ήχος,

μια φαγούρα στον λαιμό,

ένα προαίσθημα,

μια σκιά που κάνουν τα μάτια σου.

Αλλά δεν πάει το μυαλό της πως αυτό το κάτι είμαι εγώ.

Κανονικά θα έπρεπε να είναι απαρηγόρητη,

αλλά δεν ήταν.

Εγώ την έβλεπα να ετοιμάζει ήρεμη το πρωινό της,

να διαλέγει απ’ τη ντουλάπα τα ρούχα που θα βάλει,

να πηγαίνει στη δουλειά,

να χαιρετά τους συναδέλφους της, να τους χαμογελά,

να αφοσιώνεται σ’ εκείνες τις αρχαιολογικές της χαζομάρες,

να κρατάει σημειώσεις, να μιλάει στο τηλέφωνο,

να τρώει κάτι λίγο έπειτα, να παίρνει τον καφέ στο χέρι

και να κάνει μία βόλτα το απόγευμα στο πάρκο.

Να χαμογελάει στις πάπιες,

να πηγαίνει μετά στα μαγαζιά,

ν’ αγοράζει κάνα ρούχο ή κάτι φαγώσιμο,

να επιστρέφει σπίτι, να κάνει μπάνιο,

να τσιμπάει κάτι λίγο βλέποντας καμιά ταινία, μόνη,

ώσπου να την πάρει ο ύπνος μέχρι το επόμενο πρωί. 

Δεν έδειχνε σημεία θλίψης.

Ναι, σημεία μοναξιάς μπορεί,

αλλά εγώ την έβλεπα συγκροτημένη.

Και τολμώ να πω, λίγο πιο όμορφη απ’ όταν ήμασταν μαζί.

Μπορεί να ήταν και ιδέα μου.

Αλλά εγώ περίμενα με αγωνία για να δω

πότε θα κάνει την επόμενή της σχέση.

Της την έπεφταν διάφοροι.

Ένας από το σουπερμάρκετ,

ένας φυσικός, ο υποδιευθυντής της,

μια παλιά της συμφοιτήτρια που τη γούσταρε από τη σχολή

και ένας ξένος που την είδε μια φορά στον δρόμο

και μετά την παρακολουθούσε διαρκώς

χωρίς ποτέ να μιλάει ή να την ενοχλεί.

Εκείνη δεν έδινε καμία σημασία σε κανέναν.

Ως εδώ όλα καλά.

Αλλά εγώ είχα ξεχάσει πώς τη λένε.

Το είχα ξεχάσει εντελώς.

Κι επειδή δεν μου ερχόταν με τίποτα το όνομά της,

αποφάσισα πως θα τη λέω Μόνικα.

Μου αρέσει το ιταλικό σινεμά,

μου αρέσει και η Μπελούτσι,

σε ποιον δεν αρέσει άλλωστε.

Δε μοιάζουν καθόλου, η γυναίκα μου με την Μπελούτσι,

αλλά τώρα πια τις λένε και τις δύο Μόνικα.

Εγώ ξενοκοιτάζω πού και πού

και τώρα ακόμα.

Πιο πολύ στον δρόμο, όταν είμαι με τη Μόνικα.

Κοιτάζω τις γυναίκες που περνούν δίπλα μας,

πιο νέες κάποιες, πιο ξανθές,

πιο όμορφες, πιο γυμνασμένες.

Θα μπορούσα να είχα παντρευτεί μια από αυτές,

σε άλλες συνθήκες.

Ποτέ δεν είναι αργά.

Γιατί παντρεμένος είσαι, λογικά,

μέχρι ο ένας από τους δύο να πεθάνει.

Δε λέει κάπου ότι πρέπει να είμαστε και μετά θάνατον μαζί.

Εντάξει όλα αυτά, αλλά εγώ, πώς να το πούμε τώρα,

ήμουν άνθρωπος της ρουτίνας, της συνήθειας.

Την είχα συνηθίσει τη γυναίκα μου,

με τον καιρό συνήθισα και τη ζωή της.

Πριν δεν ήξερα καλά-καλά τι έκανε ακριβώς,

ας πούμε, στη δουλειά της,

με ποιους μίλαγε, πριν πεθάνω,

τι μουσική της άρεσε ν’ ακούει απ’ το κινητό της,

πως κοκκίνιζαν τα χέρια της, είχε αλλεργία στην ντομάτα,

ή ποιον δρόμο περπατούσε για να φτάσει στον προορισμό της.

Τίποτα.

Τώρα την ήξερα απ’ έξω και ανακατωτά.

Η Μόνικα μια μέρα δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι της.

Δεν ήταν άρρωστη.

Απλώς δεν ήθελε να σηκωθεί.

Τηλεφώνησε από το κινητό της στη δουλειά τους

είπε μια δικαιολογία,

πήρε έπειτα τα άλμπουμ φωτογραφιών

που φύλαγε στο κομοδίνο της

κι άρχισε να κοιτάει τη ζωή μας.

Και να κλαίει.

Στην αρχή το χάρηκα πολύ,

αλλά μετά, ας πούμε έτσι κι έτσι,

γιατί η Μόνικα συνέχισε να κλαίει.

Και εγώ, πρώτη μου φόρα την έβλεπα σ’ αυτό το χάλι.

Κι όταν ζούσα πάλι σπάνια μου έδειχνε τα συναισθήματά της.

Εντάξει, την είχα πιάσει να δακρύζει δυο-τρεις φορές,

αλλά πού να θυμάμαι τώρα ακριβώς τον λόγο.

Θες γιατί δεν είχαμε κάποιο ζωάκι

επειδή εγώ ήμουν αλλεργικός,

θες επειδή δεν κάναμε παιδί,

παρόλο που εκείνη το ήθελε.

Θες γιατί είχε παντρευτεί εμένα, πού να ξέρω;

Αλλά εγώ ήμουν το γραφτό της.

Και στο κάτω-κάτω αν δεν ήταν ευχαριστημένη ας έφευγε.

Μπορούσε.

Είχε τη δική της τη δουλειά, δικά της χρήματα.

Και το διαμέρισμα ακόμα ήταν στο δικό της όνομα,

«προικώον» όπως μου το τόνιζαν και τα πεθερικά μου.

Η Μόνικα συνέχισε να κλαίει

και εμένα όλο αυτό μου φάνηκε αιώνας,

μέχρι που σταμάτησε.

Έβαλε το άλμπουμ φωτογραφιών πίσω στο κομοδίνο

και άνοιξε την τηλεόραση.

Ήταν αναμενόμενο όλο αυτό,

και πάλι πολύ άργησε,

πολύ το καθυστέρησε.

Αλλά κι εγώ δεν είχα φύγει εντελώς,

δεν είχα χαθεί, ας πούμε.

Ήμουν δίπλα της.

Εκείνη βέβαια δεν το ήξερε.

Και οπωσδήποτε δεν ήμουν κι ακριβώς αυτός που ήμουν κάποτε.

Ήμουν κάτι άλλο.

Όμως κι εκείνη δεν ήταν ακριβώς αυτή που ήταν κάποτε.

Θα ήθελα να τρύπωνα στον ύπνο της να δω τι βλέπει.

Αλλά τι τα θες;

Και μετά θάνατον ακόμα τα όνειρα είναι απαραβίαστα.

Τις μέρες που ακολούθησαν,

η Μόνικα συνέχισε κανονικά το πρόγραμμά της,

τη ρουτίνα της.

Για μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια.

Κι εγώ πάντα δίπλα της εκεί,

για μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια.

Πήρε σύνταξη μετά.

Κάτι προβλήματα υγείας την ανάγκασαν να βγαίνει

όλο και λιγότερο από το διαμέρισμα.

Είχε προσλάβει μια κοπέλα για να τη βοηθάει λίγο στις δουλειές.

Της άρεσε η καθαριότητα στο σπίτι,

αλλά και στο σώμα, στα ρούχα.

Η κοπέλα που είχε βρει δεν ήταν και καμιά ωραία,

μία φοιτητριούλα, εκεί γύρω στα είκοσι, με σημαδάκια ακμής,

όχι πολύ φανατική με τη σχολή της

και χωρίς καμία γοητεία, μάλλον αδιάφορη.

Αλλά όλο και κάτι ψιλοέκλεβε από το σπίτι μας όταν μπορούσε.

Αυτά παθαίνεις όταν δεν υπάρχουν παιδιά

και είσαι αναγκασμένος να βασίζεσαι σε ξένον άνθρωπο,

αυτά είναι στο πρόγραμμα.

Ένα μικρό εγκεφαλικό μάς υποχρέωσε να μπούμε σε ίδρυμα.

Είχαμε όμως το δικό μας το δωμάτιο, ευτυχώς,

με θέα προς το δρόμο.

Η ίδια ζήτησε να είναι το δωμάτιο όσο το δυνατόν πιο χαμηλά.

Και τελικά μας έβαλαν στον πρώτο όροφο.

Βγαίναμε κάθε μέρα στο μπαλκόνι

και κοιτάζαμε τα αυτοκίνητα

να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν.

Εγώ πάντα δίπλα της.

Όπου κοίταζε εκείνη, κοίταζα κι εγώ.

Κι όταν έπεφτε ο ήλιος πάνω μας, καμιά φορά,

κλείναμε και οι δυο τα μάτια μας,

ευτυχισμένοι.

Όταν πέθανε η Μόνικα,

σκέφτηκα πως θα συνεχίσουμε να είμαστε μαζί.

Και την περίμενα, αλλά δεν ήρθε.

Την έψαξα, δεν τη βρήκα, δεν μπορούσα να τη βρω.

Την έψαξα παντού, έβρισκα άλλους, αλλά τη Μόνικα πουθενά.

Ρωτούσα να μου πουν γι’ αυτήν, κανείς δεν ήξερε,

κανένας δεν την είχε δει, πουθενά, κανένας.

Πάει.

Αποφάσισα, μετά από καιρό,

να σταματήσω να την ψάχνω.

Είχαμε ζήσει μια ζωή μαζί.

Δεν χρειαζόταν να περάσουμε μαζί και την αιωνιότητα.

Κι έτσι σταμάτησα.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΑΙΝΙΑ (από τις Πυραμίδες), του Ανδρέα Φλουράκη

Posted in Ανακοινώσεις on 4 Ιανουαρίου, 2021 by newriters

ΓΥΝΑΙΚΑ:
Από τότε που με θυμάμαι

προσπαθώ να κάνω κάτι σημαντικό.

Το μόνο που κατάφερα

είναι να κάνω μια ταινία μεγάλου μήκους,

που δεν είχε καμία επιτυχία.

Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν από τότε.

Κι εγώ ακόμη προσπαθώ να κάνω τη δεύτερη ταινία μου.

Μέχρι που σταμάτησα.

Φτάνει, είπα.

Ήταν αδύνατον να τα καταφέρω.

Το ήξερα και τα παράτησα.

Το να κάνεις ταινία είναι κάτι περίπλοκο,

ειδικά αν δεν έχεις πολλά λεφτά

και δεν είσαι από τζάκι που λέμε.

Ειδικά αν ο άντρας σου δεν είναι παραγωγός ή χορηγός.

Εγώ δεν έχω καν άντρα.

Τα τελευταία χρόνια κάνω σχέσεις με κάτι ηθοποιούς

που θέλουν να παίξουν στην ταινία μου,

κάτι σινεφίλ που πέφτω πάνω τους στις πρεμιέρες,

ή με άσχετους που βρίσκω στα μπαρ.

Δεν τα πάω καλά και με τη ρουτίνα.

Mε φρικάρει το πρόγραμμα, η σταθερότητα…

Είμαι σαν μια βάρκα.

“Βγαίνει η βαρκούλα,

βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά,

από το περιγιάλι, βαρκούλα, βαρκούλα,

από το περιγιάλι, βαρκούλα του ψαρά.”

Όσο κι αν προσπαθώ να κάνω κάτι της προκοπής στη ζωή μου,

αυτό είναι αδύνατον.

Το ίδιο πρόβλημα έχει και η δεύτερη ταινία μου.

Σενάριο γραμμένο από μένα,

με πολλές ιστορίες, σπονδυλωτή, που λέμε, πλοκή,

χαρακτήρες που γυρνοβολάνε από δω κι από κει,

διαλόγους που δεν βγάζουν νόημα σε κανέναν,

εκτός από εμένα.

Έχω τραβήξει και μερικά πλάνα,

ασύνδετα για την ώρα,

αλλά κάτι μου λέει πως κι ο καλύτερος μοντέρ του κόσμου

δεν θα μπορούσε να τα ενώσει και να τα κάνει ταινία.

Αποφασίζω εδώ και τώρα να κάνω στροφή στη ζωή μου.

Κι αρχίζω να πηγαίνω στην εκκλησία,

να διαβάζω τις Γραφές και τους Βίους των Αγίων.

Υπάρχουν μέσα κομμάτια φοβερής ομορφιάς.

Το πιο αγαπημένο μου είναι ο «Νυμφώνας».

“Τον νυμφώνα σου βλέπω,

Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα

ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ·

λάμπρυνόν μου, την στολήν της ψυχής,

Φωτοδώτα και σώσον με.”

Βλέπω το κρεβάτι σου, Θεέ μου

κι εγώ δεν έχω ρούχο τόσο ωραίο για να ’ρθω,

να ομορφύνει η ψυχή μου και να σωθεί.

Βρίσκω και έναν πνευματικό

που λειτουργεί λίγο σαν ψυχολόγος,

λίγο σαν καθοδηγητής.

Λέω να πάω και στα Ιεροσόλυμα.

Να πατήσω στα μέρη που πάτησε ο Χριστός.

Δεν έχω να κάνω και τίποτα καλύτερο.

Δεν προλαβαίνω.

Ξεσπάει όλη αυτή η τρέλα και κολλάω σπίτι,

όπως όλοι μας.

Πηγαίνω μόνο σουπερμάρκετ.

Χαλιέμαι που δεν μπορώ να πάω ούτε στην εκκλησία.

Στεναχωριέμαι που μου τελειώνουν και τα λεφτά.

Που δεν έχω έναν δικό μου σκύλο.

Που δεν ζω στην εξοχή, δίπλα στη θάλασσα.

Που από το δυάρι μου η μόνη θέα είναι

τα μπαλκόνια της απέναντι πολυκατοικίας.

Για να μην τρελαθώ εντελώς,

αρχίζω να βλέπω ξανά τις αγαπημένες μου ταινίες.

Το Kes του Κεν Λόουτς.

Βλέπω τις περισσότερες ταινίες του Χίτσκοκ,

όλες μετά το Strangers On The Train.

Όλον τον Τζιμ Τζάρμους.

Βλέπω το Birdman και την Επιστροφή του Ιναρίτου.

Προσπαθώ να δω τις Άγριες Φράουλες του Μπέργκμαν,

αλλά βαριέμαι και το ρίχνω στον Φελίνι.

Βλέπω πολύ Γούντι Άλεν, αγαπημένος!

Και αδερφούς Κοέν φυσικά.

Βάζω τη Νοσταλγία σημειώνω στο ημερολόγιό μου

και μια ατάκα του Ταρκόφσκι, που μου αρέσει:

«Κάποιος πρέπει να φωνάξει

πως θα τις φτιάξουμε τις πυραμίδες.

Δεν έχει σημασία αν δεν το κάνουμε.»

Μετά με πιάνει η βλακεία και βλέπω τη Μαίρη Βιδάλη

στο Δεκαεφτά Σφαίρες Για Έναν Άγγελο,

το Top Gun, την Επίθεση Του Γιγαντιαίου Μουσακά…

Στο καπάκι βλέπω και τις εφτά ταινίες της Σοφίας Κόπολα.

Και οι εφτά είναι υπέροχες.

Κάπως έτσι ονειρευόμουν την καριέρα μου, σαν τη δική της.

Βέβαια η Κόπολα έχει πατέρα τον Κόπολα,

σε αντίθεση με μένα που έχω τον Μίλτο

που ζει στην Τρίπολη με τη δεύτερη γυναίκα του

και τα δυο μπάσταρδα αδέρφια μου.

Μετά τις ταινίες, αρχίζω να μαγειρεύω συστηματικά.

Kαι να τρώω.

Κατεβάζω συνταγές από το ίντερνετ.

Παρακολουθώ σειρές μαγειρικής,

τηλεπαιχνίδια μαγειρικής,

τα πάντα όλα, ντόπια και ξένα.

Αρχίζω να παίρνω κιλά.

Δεν με πειράζει, έχω περιθώριο.

Τα γλυκά είναι τα αγαπημένα μου.

Ιδίως η σοκολάτα, ό,τι έχει σοκολάτα.

Κέικ σοκολάτα, μπισκότα σοκολάτας,

μους σοκολάτας, τούρτα σοκολάτας,

τάρτα σοκολάτας, σοκολατόπιτα, παγωτό σοκολάτα,

κρέπα σοκολάτας, ας μην έχω κρεπιέρα,

τη φτιάχνω κουτσά-στραβά στην τοστιέρα.

Σοκολάτες γάλακτος, λευκές, μαύρες, μπίτερ,

σοκολάτες με στέβια, με αμύγδαλα,

με φουντούκια, με μπέρις

έχουν γεμίσει το ψυγείο μου.

Στο τέλος ανοίγει ο καταπιόνας διάπλατα

και τα τρώω όλα μαζί.

Ό,τι συνδυασμό υπάρχει.

Κατεψυγμένα μπρόκολα με σοκολάτες,

με κρέατα, με κονσέρβες Σβαν, με ζυμαρικά.

Ό,τι έχω στοιβάξει στα ράφια της κουζίνας.

Κάποιες μέρες ξαναγυρίζω στη θρησκεία,

άλλες βλέπω ταινίες, μετά ξανά μαγειρική.

Υπάρχουν μέρες που κάνω και τα τρία μαζί.

«Βγαίνει η βαρκούλα…»

Κι αρχίζουν να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον.

Και διάσημοι.

Ο Κριστόφ, ο τραγουδιστής του Οh mon amour, 

o χιλιανός Σεπούλβεντα που έγραψε την ιστορία του γάτου

που έμαθε σ’ έναν γλάρο να πετάει,

ο Μανού Ντιμπάνκο που τραγούδησε με τη Νeneh Cherry το 7 seconds,

ο άλλος, ο ηθοποιός που έπαιξε στον Κροκοδειλάκια…

Ο ένας μετά τον άλλον.

Τουλάχιστον αυτοί κάτι κάναν με τη ζωή τους.

Ένα πρωί σηκώνομαι και πάω στα Επείγοντα.

Τους λέω στα ψέματα πως έχω όλες τις ενδείξεις της αρρώστιας.

Υπάρχουν κι άλλοι που περιμένουν εκεί.

Κάθομαι όσο πιο κοντά με αφήνουν.

Αναπνέω κρυφά χωρίς τη μάσκα μου,

όταν δεν με βλέπουν οι νοσοκόμες,

ακουμπώ τις μεταλλικές επιφάνειες

και, παρόλο που σιχαίνομαι, βάζω τα δάχτυλά μου στο στόμα.

Μετά από μια ώρα αναμονής στο νοσοκομείο, γυρίζω σπίτι.

Τώρα θα περιμένω

να δω αν έχω κολλήσει.

Οι μέρες περνούν και δεν έχω συμπτώματα.

Όταν ένα πρωί ανεβάζω πυρετό, πανικοβάλλομαι.

Στην αρχή.

Μετά ηρεμώ.

Από τη στιγμή που δεν μπορώ να κάνω κάτι,

από τη στιγμή που δεν υπάρχει τίποτα της προκοπής στη ζωή μου,

αποφασίζω να ζήσω το τέλος μου.

Ο πυρετός αγγίζει το τριάντα εννιά, το σαράντα…

Η αναπνοή γίνεται πιο δύσκολη,

δεν έχω πια κουράγιο να μαγειρέψω,

ούτε μυαλό για ταινίες

και η εικόνα του Χριστού αρχίζει να φαίνεται λίγο τρομακτική.

Η βάρκα μου είναι πια εντελώς ακυβέρνητη,

ευτυχώς στη θάλασσα έχει βγει το φεγγάρι.

“Το φεγγαράκι, το φεγγαράκι το γιαλό,

τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα, βαρκούλα,

τον κάνει σαν καθρέφτη, βαρκούλα του ψαρά…”

Μέχρι που γίνομαι εγώ η ίδια η βάρκα.

Ύστερα ένας φάρος, που μου θυμίζει την τελευταία μου αγάπη.

Μετά την πρώτη.

Τον πρώτο μου εφηβικό έρωτα.

Το πρώτο μου φιλί.

Το αγόρι που ήθελα στην πρώτη δημοτικού, τον Άκη.

Του είχα χαρίσει κι ένα μικρό πράσινο πετραδάκι.

Μετά γίνομαι λάμπα που τσούζει τα μάτια μου,

που δεν είναι πια δικά μου, αλλά της μάνας μου,

με περιμένει σε μια αυλή

κρατώντας τούβλα στα χέρια της.

«Θα τις φτιάξουμε τις πυραμίδες.»

Και η μάνα μου γίνεται μια άγνωστη

που είμαι εγώ η ίδια, αλλά γριά,

όπως στο 2001, στην Οδύσσεια του Διαστήματος.

Μόνο που δεν φοράω στολή αστροναύτη,

μα κάτι σκουλαρίκια που έχουν σχήμα από καμπανάκια.

Ο ήχος τους με πάει στο Θιβέτ.

Εκεί συναντάω τον Βούδα

και του λέω πως τον προτιμώ από τον Χριστό.

Μου χαμογελάει και γίνεται ο Κιάνου Ριβς.

Μα τι συμπαθητικός ηθοποιός!

Του ζητάω να παίξει στη δεύτερη ταινία μου.

Η στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει.

Το νερό φτάνει στο Θιβέτ, στα πόδια μου,

στον λαιμό μου και με σκεπάζει.

Είναι οδυνηρές οι τελευταίες στιγμές,

αλλά από το χέρι με κρατάει σφιχτά ο Κιάνου.